ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897: μαρτυρίες του Πέτρου Ε. Βρυζάκη για τις επιχειρήσεις στη Φθιώτιδα. Μέρος Β΄

Στο Β Μέρος της αναδημοσίευσης ο Πέτρος Ε. Βρυζάκης σε γενικές γραμμές καταγράφει:
-τις εντυπώσεις του και τα συμβάντα γεγονότα από την είσοδό του στην πόλη της Λαμίας και την επικρατούσα εκεί κατάσταση,
-την αναζήτηση και τον εντοπισμό του συντάγματός του στην Ταράτσα,
-τη συνάντησή του με το Νομάρχη Κωνσταντίνο Έσλιν στην πλατεία Ελευθερίας «…ιστάμενον εκεί με το όπλον εις την χείρα…»,
-τη μετάβασή του στις προφυλακές, στην Ταράτσα.
Ειδικότερα καταγράφονται:
→Η άσχημη κατάσταση στο νοσοκομείο Λαμίας και η λεηλασία των αποθηκών του από πολίτες και στρατιώτες. Εγκατάλειψη και λεηλασία κατοικιών. Κριτική του Πέτρου Βρυζάκη εναντίον των ανδρών της Φθιώτιδας, οι οποίοι «….είνε ρωμαλέοι και καλοφτιαγμένοι, φημίζονται δε και ως ανδρείοι….», εν τούτοις όμως δεν ενίσχυσαν την άμυνα στη Δερβέν Φούρκα, με ολέθρια αποτελέσματα στην εξέλιξη του πολέμου και την προέλαση του οθωμανικού στρατού.
→Παρέμβαση του υπολοχαγού και εκτελούντος χρέη λοχαγού Ιωάννη Παπακυριαζή, μετέπειτα ήρωα της μάχης του Λαχανά, κατά των καταχρήσεων και λεηλασιών των στρατιωτών.
→Η κατάσταση στο σιδηροδρομικό σταθμό Λαμίας.
→Ο εντοπισμός του 2ου Συντάγματος Πεζικού, από το οποίο είχαν αποκοπεί, στην Ταράτσα. Διαταγή για άμεση μετάβασή του ς εκεί.
→Συντάντηση με το Νομάρχη Φθιωτιδοφωκίδος Κωνταντίνο Έσλιν στην πλατεία Ελευθερίας. Πληροφορίες του κ.Έσλιν για την επαφή του με τον Αμπντουλάχ πασά των προφυλακών (μάλλον πρόκειται για τον Σεϊφουλάχ πασά) και για το τι διημείφθη μεταξύ τους στις διαπραγματεύσεις που είχαν έξω από την Ταράτσα.
→Διέλευση από κεντρική οδό της πόλης (εννοεί μάλλον τη σημερινή οδό Υψηλάντους) για να μεταβούν στην Ταράτσα μέσω Πηγαδουλίων. Περιγραφή λεηλασιών καταστημάτων και της ποτοποιΐας Χρηστίδου.
→Άφιξη στα Πηγαδούλια και λήψη πληροφοριών για τη στρατιωτική κατάσταση.
→Συνέχιση της πορείας προς την Ταράτσα και συνάντηση με τον διοικητή του 2ου Συντάγματος πεζικού συνταγματάρχη Λιάσκα.
→Άφιξη στην Ταράτσα και κατάληψη θέσεων προφυλακών. Επεισόδιο με Γκέκηδες στρατιώτες του οθωμανικού στρατού και σύναψη ανακωχής.

Ακολουθεί το κείμενο:

«........
ΛΑΜΙΑ
Όταν εσταματήσαμεν εις την πρό του Νοσοκομείου μικράν πλατείαν, εις το άκρον της πόλεως, παρέστημεν πρό θεάματος απαισίως λυπηρού. Σάκκοι διπυρίτου[1] πλήρεις ήσαν εσκορπισμένοι κατά γής και οι διαβαίνοντες εκείθεν ήρπαζαν όσους διπυρίτας ηδύναντο να βαστάσωσι εις τας χείρας των. Σμήνος δε πολιτών και στρατιωτών κατήρχοντο δρομαίοι, με τον φόβον εζωγραφημένον εις τα πρόσωπα, την μεγάλην οδόν από της κεντρικής πλατείας της πόλεως προς το Νοσοκομείον· ιππείς δε καλπάζοντες διά μέσου του πλήθους εκείνου επηύξανον την σύγχισην. Έβλεπε κανείς αντάρτας μετά στρατιωτών και χωρικών και των εκ των φυλακών εξελθόντων καταδίκων και υποδίκων, συναγωνιζομένους εις τον αγώνα της φυγής. Η πόλις παρίστα όψιν απελπιστικήν. Άπασαι αι οικίαι αυτής έρημοι και κεκλεισμέναι ερμητικώς, ως εάν διήλθε δι’ αυτής το πνεύμα της καταστροφής και της ερημώσεως. Είχε διαδοθή κατ’ εκείνην την στιγμήν ότι οι Τούρκοι προυχώρουν εις τα πρόθυρα της Λαμίας. Εις το Νοσοκομείον δε, όπερ εχρησίμευε ως αποθήκη του στρατού, ελάμβανε χώραν σκηνή απαισία. Όλον εκείνο το πλήθος των κακούργων και των ανταρτών, είχον εισελάσει εντός της αποθήκης παραβιάσαν τας θύρας και ήρπαζεν έκαστος ότι ενώπιόν του εύρισκε, έν όπλον, έν ξίφος, ένα κομμάτι τυρί, τρία ζευγάρια αρβύλαις, έν περίστροφον, μία κουβέρτα, έν σακκίδιον, έν ό,τι δήποτε τέλος εκ των παντοειδών εξαρτημάτων του υλικού του στρατού του αποθηκευμένου εν τω Νοσοκομείω. Ήτο θέαμα αξιοθρήνητον η αρπαγή εκείνη, οι αγώνες και η πάλη των αρπάγων προς αλλήλους· και ενώ έβλεπε κανείς σκορπισμένα όπλα εντός της αυλείας εισόδου, δύο ή τρείς εκ τούτων ήριζον και εγρονθοκοπούντο δι’ έν όπλον, όπερ και οι τρείς εκράτουν διά των χειρών, ή δι’ έν στρατιωτικόν υποκάμισον, το οποίον εγένετο επί τέλους κομμάτια εις τα χέρια των.
Η πένθιμος και απαισία εικών εξηκολούθει επί πολύ. Ο λοχαγός μου επέτρεψεν εις τους στρατιώτας να πάρουν γαλέτταν, εκ της σκορπισμένης έξωθεν του Νοσοκομείου. Οι διασκορπισμένοι εκεί έξωθεν, εις το πεδίον αυτό της αταξίας και της διαρπαγής, από διαφόρων σωμάτων κατασταλάξαντες εκεί στρατιώται, εβοήθουν εις την ερήμωσιν τους αντάρτας και τους εναπολειφθέντας χωρικούς, οι οποίοι σωρηδόν κατήρχοντο από της πόλεως. Ήτο η εξακολούθησις του πανικού του φοβερού, όστις από της νυκτός ελυμαίνετο την ατυχή Λαμίαν. Οι απολυθέντες των φυλακών κακούργοι, με τα γένεια τα μακρυά, με τα βλοσυρά, τα άγρια, τα ’ματωμένα από την δίψαν του ελευθέρου αέρος και της διαρπαγής και της λεηλασίας βλέμματα εισήλαυνον ακάθεκτοι εις την εγκαταλειφθείσαν περιουσίαν του Δημοσίου, αφού είχον ήδη γυμνώσει πολλάς οικίας της πόλεως. Και εις την ορμήν των την αγρίαν ουδέν παρενεβάλλετο πρόσκομμα. Έβλεπον ένα, αγριωτάτης, κακουργοτάτης φυσιογνωμίας, δασύτριχα και υψηλόν, κραδαίνοντα τεραστίαν μάχαιραν και περιτρέχοντα το κτίριον του Νοσοκομείου διά να φθάση εις την θύραν. Ιππείς τινες, διαταχθέντες ίσως παρά αξιωματικού τινος, ιστάμενοι έξωθεν των θυρών, ελάμβανον όσα διπλά ή τριπλά είδη είχον εις χείρας των οι εξερχόμενοι, αφίνοντες εις αυτούς μόνον ανά έν. Για να πάρουν και οι άλλοι, καθώς έλεγε ευαγγελικώτατα ένας δεκανεύς.
Με την άδειαν του λοχαγού μου, έσπευσα εις την εκεί πλησίον οικίαν του συγγενούς μου Γ.Ξηρού. Η θύρα της κυρίας εισόδου ήτο κλειστή. Εισήλθον από την μεγάλην θύραν του κήπου, ορθάνοικτον εντελώς. Έκαμα έν βήμα προς τα μέσα και το αίσθημα της νέκρας και της εγκαταλείψεως με κατέλαβον ολόκληρον. Ποσάκις εις τον κήπον εκείνον άλλοτε, επί έξ μήνας διαμείνας εν Λαμία, κατά τον χρόνον καθ’ όν υπηρέτουν πρό επταετίας ως κληρωτός εκεί, ποσάκις δεν εγέλασα και δεν διεσκέδασα με τους συγγενείς μου, ευτυχής μεταξύ των ιδικών μου! Και τώρα ο κήπος εκείνος έρημος, η οικία, κεκλεισμένη. Δύο κόττες εκούρνιαζαν επάνω εις ένα σωρόν από κλήματα και παρά πέρα, ένα σκυλάκι επί των πλακών της αυλής εκάθητο μαζευμένον και μόνον το βλέμμα διηύθυνε προς εμέ, χωρίς να σηκώση το κεφάλι του. Και εσκέφθην ότι το ωραίο αυτό σπητάκι, μαζή με τα άλλα εύμορφα σπητάκια τα ευρωπαϊκοφτιασμένα της Λαμίας, θα εγένετο μετ’ ολίγον βορά του πυρός των Τούρκων, τέφρα της αγριότητος των επιδρομέων. Και εφούσκωσε το στήθος μου και η συγκίνησίς μου εκορυφώθη και το δάκρυ μου πύρινο ανέβηκε ’ς τα μάτια μου. Ετράβηξα την πόρτα και μετά δύο λεπτά ήμην πάλιν εις τον λόχον, με την καρδίαν βεβαρυμένην από την πικρίαν και την λύπην. Ατυχής Λαμία! Επέπρωτο λοιπόν μετά εβδομήκοντα ετών βίον ελεύθερον, επικοδομητικόν, βίον ειρήνης και εργασίας, να πατήση το έδαφός σου η πτέρνα του Τούρκου; Επέπρωτο τάς οικίας και τους ναούς σου να βεβηλώσουν, μετά εβδομήκοντα ετών βίον αι ορδαί του Χαμίτ; Όχι, τάς ορδάς αυτάς αντικατέστησαν αυτά τα τέκνα σου, αυτοί οι πολίται και οι στρατιώται της ελευθέρας Ελλάδος! Έπρεπε να προστεθή εις τα αίσχη των ηττών και των φυγών, το αίσχος της διαρπαγής των περιουσιών, το αίσχος της λεηλασίας και της καταστροφής από Έλληνας, φέροντας επί του πίλου το στέμμα το Εθνικόν, το ιερόν Ελληνικόν εθνόσημον.
Δεν δύναμαι εδώ να μην κάμω μίαν παρατήρησιν ήτις εγένετο από όλον τον κόσμον. Η Φθιώτις είνε πυκνότατα κατωκημένη και οι άνδρες της είνε ρωμαλέοι και καλοφτιαγμένοι, φημίζονται δε και ως ανδρείοι. Και όμως, εκτός ευαρίθμων νέων, οι οποίοι ηκολούθησαν ανταρτικά σώματα, ουδείς εξήλθε να υπερασπίση τα εδάφη της, τάς εστίας της, κινδυνευούσας πλέον. Αν, όταν εγνώσθη η επίθεσις κατά του Δομοκού, οι Φθιώται και κυρίως οι Λαμιείς, αντί να εφαρμόσουν το ο σώζων εαυτόν σωθήτω, στέλλοντες τα γυναικόπαιδα πέραν του Σπερχειού, ερρίπτοντο δισχίλιοι, χίλιοι, πεντακόσιοι επί τέλους εις την γραμμήν της Δερβέν Φούρκας και κατελάμβανον τα κύρια σημεία, τα οποία καλά εγνώριζον πόσον ήσαν ισχυρά, θα διέσπα την επομένην ο Τούρκος την γραμμήν; θα ηπείλει την μεθεπομένην το σπήτι των, την εστίαν των; Ας απαντήσουν αυτοί οι ίδιοι. Παρήλθον όμως δυστυχώς φαίνεται οι χρόνοι των θυσιών και των ηρωϊσμών, και αυτό το αίσθημα του υπέρ βωμών και εστιών, και κατά την στενοτάτην του έννοιαν αγώνος, εξέλιπεν εκ της Ελλάδος. Η δικαιολογία ότι αφού όλος ο στρατός έφευγε, τι θα έκαμνον οι πολίται, πάς τις εννοεί ότι είνε κενή. Έκαστος έχει τας ευθύνας του και έκαστος κρίνεται κατά τα έργα του.
-Κύριε Βρυζάκη, μου λέγει ο διοικητής του λόχου μου μόλις έφθασα εκεί, να συγκεντρώσουμε τους στρατιώτας και να συνεννοηθούμε με τους άλλους λόχους τι θα κάμωμε. Δεν κατόρθωσα να μάθω πού είνε το σύνταγμά μας.
-Ούτε εγώ δέν έμαθα τίποτε. Καλόν είνε να περιμένωμε εδώ.
-Βέβαια εδώ θα περιμένωμε, αλλά να συγκεντρωθούν οι στρατιώται μας.
Μετά του κ.Ζαφείρη περιήλθομεν και εκαλέσαμεν τους αποσπαθέντας εκ του λόχου, άλλους διά να πάρουν ψωμί και άλλους για νερό, στρατιώτας και ωδηγήσαμεν τον λόχον κάτωθεν του Νοσοκομείου, παρά τον σταθμόν του μικρού σιδηροδρόμου Λαμίας-Αγίας Μαρίνης. Ο κ.Παπακυριαζής αφήρεσε πάν ό,τι τινές των στρατιωτών είχον λάβει εκ των δημοσίων ειδών και τα έδωκεν εις τους διερχομένους πολίτας. Πολλάκις μού εδόθη περίστασις να εκτιμήσω την αρετήν αυτήν του λοχαγού μου, του να θέλη τον στρατιώτην υπέρ πάσαν κατάχρησιν, υπέρ πάσαν ιδιοποίησιν, έστω και του ελαχίστου πράγματος. Η αυστηρότης του δε η φυσική περί την διοίκησιν, ήτο εχέγγυον της χρησιμοποιήσεως της αρετής του  αυτής, τουλάχιστον εις τους υπ’ αυτόν άνδρας. Της αρετής του δε αυτής παράδειγμα προεβάλλετο αυτός ο ίδιος, εις άκρον τίμιος και αυστηρός περί την διαχείρισιν αμείλικτος και εις την υπόνοιαν ακόμη περί έστω και της ελαχίστης καταχρήσεως. Βδελυγμία με καταλαμβάνει όταν αναλογίζομαι την αντίθεσιν του χαρακτήρος ενός άλλου διοικητού λόχου, τον οποίον, αν ηδυνάμην ν’ αποδείξω τάς εις εμέ αναμφισβήτως γνωστάς βδελυράς ιδιοποιήσεως προστυχωτάτων πραγμάτων πράξεις του, θα έρριπτε ισοβίως εις τάς τρώγλας του παλαιού στρατώνος, όσην εξ άλλου ανακούφισιν αισθάνομαι αναλογιζόμενος τον χαρακτήρα τον αδέκαστον, τον αυστηρόν του Παπακυριαζή εις το ζήτημα τούτο. Και μόνη η άκρα τιμιότης του αξιωματικού τούτου, άνευ των άλλων πλεονεκτημάτων του, τον αναβιβάζει εις την εκτίμησίν μου και εις την εκτίμησιν παντός, όστις ηδυνήθη να τον γνωρίση εν τη υπηρεσία του ως στρατιώτην. Αι ολίγαι αυταί λέξεις είνε η έκφρασις καθαράς αληθείας, ήν αισθάνομαι την υποχρέωσιν να εκφράσω ενταύθα χάριν της αρετής.
Εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν ήσαν φίρδην-μύγδην εις σωρούς υπερμεγέθεις, παντός είδους έπιπλα και σκεύη προωρισμένα να μεταφερθώσι διά του σιδηροδρόμου. Αλλά τι να πρωτομεταφέρη ο μοκροσκοπικός εκείνος σιδηρόδρομος, εις τον οποίον προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν όσοι ήσαν μαζευμένοι εκεί; ήτο έτοιμος ο συρμός των 5 ή 6 φορτηγών βαγονίων, άτινα έχει ο σιδηρόδρομος αυτός, με πύργους επίπλων επ’ αυτών, με πλήθος ανθρώπων κινδυνευόντων εις την πρώτην κίνησιν αυτού και αποτελούντων μάζας πολυμόρφους εκεί επάνω και όμως προσεπάθουν οι κάτω μένοντες να ρίψουν τα πράγματά των επ’ αυτού και να σκαρφαλώσουν και αυτοί, έως ου η κατόπιν συριγμού αναχώρησις του τραίνου έθεσε τέρμα εις τας αλγεινάς σκηνάς. και ήτο εκείνος φεύ! ο τελευταίος ίσως δρόμος, τον οποίον θα εξετέλει ο σιδηρόδρομος αυτός. Οι εναπομείναντες έλαβον ό,τι ηδύνατο εκ των πραγμάτων των εις τάς χείρας και ετράπησαν απέλπιδες προς την μεγάλην αμαξητήν οδόν προς την Αλαμάναν.
Εμάθομεν μετ’ ολίγον ότι τι σύνταγμά μας ευρίσκετο εις Ταράτσαν και ο λοχαγός μου έστειλε να ειδοποιήση τον συνταγματάρχην μας, ότι οι τρείς λόχοι ευρισκόμενοι εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, ανέμενον τάς διαταγάς του.
Ήτο ήδη μεσημβρία όταν μας ήλθεν η διαταγή του Διοικητού μας να ανέλθωμεν αμέσως εις Ταράτσαν.
Η τριλοχία παρατάσσεται και μετ’ ολίγα λεπτά εκκινούμεν διά της κεντρικής οδού προς την Ταράτσαν.
Όταν εφθάσαμεν εις την κεντρικήν πλατείαν της Λαμίας, συνήντησα τον νομάρχην κ.Έσλιν, ιστάμενον εκεί με το όπλον εις την χείρα. Ήτο ψυχρός την όψιν και σοβαρός, με το άλγος εζωγραφημένον εις την ευγενή εκείνην μορφήν, εις την οποίαν εκχύνεται όλον το μεγαλείον του νου και του πνεύματος, όλη της ψυχής η ισχύς και όλον το θάρρος το αδάμαστον καρδίας, παλλομένης υπό αγνού πατριωτισμού! Τι εγκλείει το μικρόν εκείνο, το ασθενές εκ πρώτης όψεως, σώμα! Είχα την ευτυχίαν να τον πλησιάσω επί μακρόν άλλοτε τον κ.Έσλιν, να τον εκτιμήσω κατά τας ασθενείς μου προς τούτο δυνάμεις να αντλήσω διδάγματα εκ του αδαμαντίνου αυτού χαρακτήρος, να αντιληφθώ των αρετών του και να σχηματίσω την ακράδαντον ιδέαν ότι ο Έσσλιν είνε ο πρώτος της Ελλάδος πολίτης. Και τώρα τον έβλεπα εκεί, εν τω μέσω της καταστροφής και του κινδύνου, αντιπρόσωπον του Κράτους εις την απειλουμένην χώραν, τελευταίον μένοντα, προσπαθούντα, εν τη υπερτάτη γαλήνη της εκπληρώσεως του καθήκοντος, να σώση την χώραν, ν’ αποτρέψη απ’ αυτής τον κίνδυνον τον αναπόφευκτον. Άχ! να είχε η Πατρίς μας πολλούς ομοίους προς αυτόν πολίτας!
Τον επλησίασα με τον απεριόριστον εκείνον σεβασμόν, όν τρέφω εις τον έξοχον αυτόν άνδρα και τον εχαιρέτησα.
-Μπά, εδώ και εσείς, κ.Βρυζάκη;
-Εδώ, κ.Έσσλιν, ειπέτε μας τίποτε, παρηγορήσατέ μας, τι τρέχει; Εμάθαμε ότι μετέβητε εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Τι εκάματε;
-Δυστυχώς φαίνεται ότι η Λαμία θα πέση εις χείρας των Τούρκων. Την απόφασιν αυτήν μού εδήλωσε κατηγορηματικώς ο Απτουλλάχ πασάς, ο διοικητής των προφυλακών, με τον οποίον ωμίλησα. Του είπα ότι μεταξύ των Κυβερνήσεων των δύο κρατών συνωμολογήθη ανακωχή, ήν ως αντιπρόσωπος εγώ της Κυβερνήσεώς μου τώ εδήλωσα ρητώς και επισήμως, καταστήσας αυτόν υπεύθυνον διά τας συνεπείας. Ωμίλησα και προς πολλούς των αξιωματικών, ών εθαύμασα την μόρφωσιν. Ο πασάς μού απήντησεν ότι έχει διαταγήν να καταλάβη την Λαμίαν και θα την καταλάβη, εκτός αν λάβη αντίθετον διαταγήν. Προσέθεσε δε ο πασάς, ότι δεν θα τον ημπόδιζεν εις τούτο ο κύριος όστις ίσταται όπισθεν των λόφων μετά ενός ημιτάγματος (εννούσε τον στρατηγόν Μακρήν). Τούτο μόνον υπεσχέθη, ότι δεν θα πυροβολήση προχωρών, αν δεν εύρη αντίστασιν.
Ο κ.Έσσλιν κατώρθωσε να τον πείση ότι έπρεπε να ζητήση νέας διαταγάς και ο Τούρκος πασάς εδέχθη να συνεννοηθή μετά των αντιπροσώπων του αρχηγού των Ελληνικών στρατευμάτων περί στρατιωτικής εκεχειρίας.
Ηυχαρίστησα τον κ.Έσσλιν διά τας πληροφορίας του και έσπευσα να φθάσω τον προχωρήσαντα λόχον.
Είνε γνωστόν ότι το θάρρος του κ.Έσσλιν αψηφήσαντος τάς εχθρικά σφαίρας και ανελθόντος εις το τουρκικόν στρατόπεδον διαρκούσης της μάχης της Ταράτσας, και η ευθαρσής και άφοβος γλώσσα και η λογική αυτού η ακαταμάχητος προς τον τούρκον στρατηγόν, εκλόνισαν την απόφασιν του τελευταίου τούτου και ο φόβος της ευθύνης, δι’ ής ηπείλησεν αυτόν ο κ.Έσσλιν, τον ηνάγκασε να μεταβάλη την περί καταλήψεως της πόλεως αρχικήν απόφασίν του και να ζητήση νεωτέρας διαταγάς. Ούτως η Λαμία απέφυγε τον επικρεμάμενον κίνδυνον της φρικτής, της αποτροπαιοτάτης καταστροφής. Άνευ του Έσσλιν η Λαμία, μ’ όλην την γενναίαν αντίστασιν του στρατηγού Μακρή, θα έπιπτεν εις χείρας των Τούρκων και αι συνέπειαι είνε ευνόητοι.
Διήλθομεν άπασαν την πόλιν, ήν διασχίζει από βορρά προς νότον η κεντρική αυτής οδός. Άπαντα τα ένθεν και ένθεν της οδού καταστήματα και τα επί της πλατείας ήσαν ανοικτά και πλήρη στρατιωτών και λεροφορεμένων, διαρπαζόντων πάν το προστυχόν. Ήτο θέαμα άκρως αλγεινόν η ρεμούλα εκείνη η γενική. Το ωραίον κατάστημα του Χρηστίδου, πλησίον της πλατείας, πλουσιώτατον εις ποτά ευρωπαϊκά και άλλα είδη παρίστα πεδίον καταστροφής τελείας. Εις Γήν Μαδιάμ είχε μεταβληθή εις ολίγην ώραν το πλούσιον εκείνο κατάστημα. Καθ’ ήν στιγμήν διηρχόμεθα εκείθεν στρατιώται καθ’ ομάδας εξήρχοντο των τεθραυσμένων θυρών και παραθύρων, κρατούντες ο μέν κουτιά σαρδέλαις, άλλος κονσέρβαις διάφοραις, άλλος μπουκάλι σαρτρέζ ή κακάου ή κίνας, έκαστος τέλος έν λάφυρον εκ της γενικής εκείνης αρπαγής. Η Λαμία εν γένει διαθεομένη από τους μεμονωμένους πλέον ανθρώπους, τους ζητούντας εις την φυγήν την σωτηρίαν, με ερμητικώς κεκλεισμένας τάς οικίας είχεν όψιν απαισίως τραγικήν. Μόνον τα καταπράσινα δένδρα των κήπων και πρό πάντων εις το προς τα Πηγαδούλια μέρος της πόλεως, όπου η δενδροφυτεία είνε πυκνοτάτη, εγλύκαιναν την αγρίαν εντύπωσιν. Μετά ημίσειαν ώραν εφθάσαμεν εις θέσιν Πηγαδούλια, πέντε λεπτά απέχουσαν της Λαμίας, εις το άνω μέρος αυτής. Εκεί εμείναμεν ολίγα λεπτά, κατόπιν διαταγής σταλείσης παρά του συντάγματος, υπό την σκιάν των υπερυψήλων και πυκνοφύλλων λευκών, αι οποίαι στολίζουν το ρομαντικόν εκείνο μέρος. Εκεί εμάθομεν λεπτομερώς ότι άμα τη πρωΐα, οι τούρκοι ηκολούθησαν κατά πόδας τον υποχωρούντα στρατόν, επέφερον την σύγχυσιν και την φυγήν και μόνον εις τους άνωθεν της Ταράτσας λόφους, διά της προσωπικής του πλέον ανδρείας, ο στρατηγός Μακρής, κατορθώσας να συγκεντρώση τμήματα τινα της Αης ταξιαρχίας, έν τάγμα δηλ. του 1ου συντάγματος υπό τον Γιάνναρον[2], το 1ον και 2ον τάγμα του συντάγματός μας και τον 3ον λόχον του τάγματός μας υπό τον ταγματάρχην μας Πριονιστήν και ένα λόχον ευζώνων υπό τον λοχαγόν Κωνστ. Πετμεζάν[3], εκράτησε δι’ ερωμένης αντιστάσεως τον επερχόμενον εχθρόν. Κατά την πρώτην δε παρά την Καμηλόβρυσιν σύγκρουσιν, εύρεν ηρωϊκόν θάνατον ο διοικητής του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του συντάγματός μας, λοχαγός Τσαλτάκης, καθ’ όλας τας μάχας επιδείξας καρτεροψυχίαν και γενναιότητα ζηλευτήν.
Εκ των Πηγαδουλίων διήλαυνε σειρά τραυματιών. Μεταξύ των οπλιτών βλέπω και τον έφεδρον ανθυπολοχαγόν Κωνστ. Κώνσταν με δεδεμένην την χείρα. Είχε τραύμα διαμπερές εις το άκρον του πήχεως της δεξιάς χειρός, θραύσμα δε οβίδος του είχε κόψει το κάτω άκρον του δεξιού ωτός, εκ του οποίου το αίμα έρρεεν επί της μπλούζας του. Ελαφρά ωχρότης εχύνετο εις το πρόσωπόν του και γλυκύ μειδίαμα ήνθει επί των χειλέων του. Τον συνεχάρην διά τα τραύματά του και τον αφήκα να κατέλθη υποστηριζόμενος από ένα νοσοκόμον.
Κατ’ εκείνην την στιγμήν λαμβάνομεν διαταγήν να ανέλθωμεν προς την Ταράτσαν, προς ενίσχυσιν του ταγματάρχου μας. Η τριλοχία μας (είναι μονάς άγνωστος εις τους στρατιωτικούς κανονισμούς βέβαια) εξεκίνησεν αμέσως.
Οι εθελονταί του λόχου μου, πλήν του Χρυσάφη, αποκαμόντες πλέον, εδήλωσαν ότι ηδυνάτουν να ακολουθήσουν και έμειναν εις τα Πηγαδούλια. Εγώ εθαύμασα μάλιστα πως κατώρθωσαν και ηκολούθησαν έως εκεί κατόπιν της φοβεράς κοπώσεώς εις την οποίαν και πολλοί άλλοι στρατιώται δεν αντέσχον. Εν τούτοις άς χρησιμεύση τούτο ως παράδειγμα διά την μαλθακήν νεολαίαν, η οποία κατατρίβει τας ώρας της σχολής της μακράν των γυμναστηρίων και των ελευθέρων ασκήσεων. Όσον θέλει ας γεμίζει η καρδία από φιλοπατρίαν και ενθουσιασμόν. Εάν το σώμα δεν είνε ικανόν να παρακολουθήση παραλλήλως τας ορμάς της καρδίας, η φιλοπατρία εις την ώραν της δράσεως απομένει λόγος κενός. Και αν κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν συνεκροτείτο μετ’ ολίγον μάχη, οι νέοι ούτοι θα είχον εις την καρδία των το βάρος της λύπης, ότι κατέστησαν άχρηστοι εις πάσαν ενέργειαν, όταν ακριβώς επρόκειτο να επιτελέσουν το υπέρτατον καθήκον, διά το οποίον έσπευσαν να καταταχθούν εθελουσίως εις το στράτευμα.
Κάτωθεν της Ταράτσας εύρομεν τον συνταγματάρχην μας, κ.Λιάσκαν και άλλους αξιωμταικούς.
Μας διέταξε να μείνωμεν εκεί.
-Τι εγίνατε σείς, κ.Πετρόπουλε, λέγει ο κ.Λιάσκας, που περιπλανάσθε;
-Μη ρωτάς, κ.συνταγματάρχα.
-Ώχ αδερφέ, επιλέγει ο διοικητής, εδώ βλέπω κάθε ένας κάνει του κεφαλιού του. Ένα τάγμα ολόκληρο δεν ξεύρομε πού βρισκόσαστε. Ο λοχαγός δεν απήντησε, διότι δεν είχε τι να απαντήση.
Και όμως περί του συμβάντος αυτού της αποπλανήσεως, πώς έλαβε χώραν, διατί, κ.λ.π. αν και τόσον σοβαρού, ουδεμία ποτέ εγένετο εξέτασις επίσημος, ουδείς εζητήθη λόγος, ουδεμία εδόθη προσοχή!
Εσταματήσαμεν παραπλεύρως της οδού διά της οποίας ακαταπαύστως μετέφερον οι στρατιώται και οι νοσοκόμοι τραυματίας. Εκτός των οπλιτών μετεφέροντο και όχι ολίγοι αξιωματικοί, κατά διαβολικήν σύμπτωσιν όλοι έφεδροι ανθυπολοχαγοί. Αι σφαίραι τάς οποίας εδέχθησαν οι φιλότιμοι αυτοί νέοι εις τάς σάρκας των, είνε η μόνη, αλλά και η τιμιωτάτη αμοιβή της εκτελέσεως του καθήκοντός των. Ο Καναβαριώτης και ο Εφέσιος μεταφέρονται παρά στρατιωτών εντός κουβερτών, γαληνιαίοι και ατάραχοι. Νομίζει κανείς ότι αναπαύονται μάλλον ή ότι είναι τραυματισμένοι. Ο Κυρώζης, σοβαρώτερον πληγωμένος εις τον βραχίονα της αριστεράς χειρός, μεταφέρεται επί φορείου σχήματος καθέκλας. Η αιμορραγία τον εξήντλησεν εις τον ύστατον βαθμόν και είνε ωχρός ως σουδάριον. Τον εφίλησα, και του έδωκα ούζο να σβέση την καίουσαν τα χείλη του δίψαν.
Έρχεται άλλη διαταγή παρά του αρχηγού Μακρή να ενισχυθή η γραμμή δι’ όλης της δυνάμεως, ήτις θα ευρίσκετο διαθέσιμος. Ο συνταγματάρχης διατάσσει ημάς να προχωρήσωμεν, αλλά μετά 200 ή 300 βήματα φθάνει άλλη διαταγή να μείνωμεν, καθόσον είχε σημάνει παύσις του πυρός, υψωθείσης λευκής σημαίας εξ αμφοτέρων των διαμαχομένων. Ήτο δε 2 1/2 μ.μ. ότε έπαυσε το πύρ και αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού ανήλθον, όπως πραγματευθώσιν ανακωχήν μετά των Τούρκων.
Αίφνης διαδίδεται εις το στρατόπεδον ότι ο ταγματάρχης Πριονιστής μετά τινός αξιωματικού συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Ήλθε το αίμα ’ς το κεφάλι μου. Μήπως ο αξιωματικός αυτός ήτο ο αδελφός μου; Δεν δύναμαι να εκφράσω τι ησθάνθην κατ’ εκείνην την στιγμήν. Ζητώ άδειαν και ως τρελλός διατρέχω δρομαίως και δι’ αλμάτων το διάστημα προς τους λόφους. Ουδέν η κόπωσις, η από της προηγουμένης εσπέρας. Δεν ησθανόμην ότι βαδίζω. Φθάνω εις ολίγα λεπτά εις την κορυφήν του λόφου και βλέπω μακρόθεν τον Πριονιστήν και γύρω του τους άλλους αξιωματικούς, αλλά τον αδελφόν μου πουθενά.
-Βρέ καλώς τον, μια φωνή όλοι οι αξιωματικοί.
-Χαίρετε, κ.Ταγματάρχα, ο Κώστας;
-Είνε επάνω ’ς τον άλλον λόφο, με τον Ρεντίναν. Τον έστειλα εκεί, διότι δεν είχεν αρκετούς αξιωματικούς.
Ανέπνευσα. Η δοκιμασία μου υπήρξε φρικτή. Αναπαυθείς ολίγον, μετέβην προς τον λόφον όπου ήτον ο αδελφός μου, τον εφώναξα, κατέβη και αυτός ολίγον και συνηντήθημεν. Μοί διηγήθη και αυτός την αγωνίαν ήν εδοκίμασε, νομίζων ότι ηχμαλωτίσθημεν όλοι κατά την νύκτα υπό των Τούρκων, αφού ο ταγματάρχης μας επερίμενε ματαίως μέχρι της πρωΐας εις Φούρκαν. Απεχωρίσθημεν, και εγώ επέστρεψα εκεί όπου ήτο ο κ.Πριονιστής μετά των άλλων αξιωματικών. Έμαθον εκεί, ότι κατά την ύψωσιν της λευκής σημαίας και την σήμανσιν της παύσεως του πυρός οι Τούρκοι, αν και αυτοί ύψωσαν λευκήν σημαίαν και αι σάλπιγγές των εσήμαναν παύσιν του πυρός, όχι μόνον δεν έπαυσαν το πύρ, αλλά και ορμήσαντες περιεκύκλωσαν τους πρώτους ακροβολιστάς και αφήρουν παρ’ αυτών τα όπλα, πολλούς δ’ αυτών απήγαγον προς το στρατόπεδον ως αιχμαλώτους. Κατά την σύγχισιν εκείνην περιεκύκλωσαν οι θρασύτεροι τον ταγματάρχην Πριονιστήν και εδοκίμασαν να τον πλησιάσωσι· τούτ’ αυτό δε έκαμον και προς τον υπολοχαγόν κ.Βλαχάκην. Ευτυχώς ο κ.Βλαχάκης, αντιληφθείς εγκαίρως του πράγματος, διέταξε τους στρατιώτας να γεμίσωσι. Τούτο ήρκεσε όπως οι Τούρκοι αποχωρήσωσι. Αξιωματικοί δε Τούρκοι σπεύσαντες επέβαλον την τάξιν εις τους στρατιώτας των, οίτινες επανήλθον εις το μέρος όθεν είχον εξορμήσει και προελήφθησαν σκηναί σοβαραί και ίσως νέα συμπλοκή των πρώτων γραμμών. Τα τμήματα εν τούτοις τα ημέτερα και τα των Τούρκων, μετά την αποκατάστασιν της τάξεως, έμειναν πλησιέστατα αλλήλων. Επί της αυτής σχεδόν γραμμής του λόφου, όπου εκαθήμεθα και ωμιλούσαμεν, επί ετέρου λοφίσκου ανεπαύοντο περί τους τριάκοντα Γκέκηδες, πολλοί δε εκ των αλβανοφώνων στρατιωτών μας συνωμίλουν μετ’ αυτών οικειώτατα…… Εις εκ των Γκέκηδων είχε καταβή χαμηλώτερα των άλλων και εμασούσε τεμάχιον άρτου εις 15 βημάτων απόστασιν αφ’ ημών. Είχον τόσον θρασυνθή, ώστε είχον επιβάλει εις τους ιδικούς μας να κάθηνται χαμαί. Εις μίαν δε στιγμήν, καθ’ ήν ήμην και εγώ εκεί, επειδή πολλοί των στρατιωτών είχον εγερθή, ολόκληρος εκείνη η ομάς των Γκέκηδων εξηγέρθη και όλοι μαζή διά σχημάτων και φωνών στεντορείων, με τά όπλα εις τάς χείρας, επέτασσον εις τους ημετέρους να καθήσουν κάτω. Επειδή δε πολλοί των στρατιωτών έμενον όρθιοι, ηπειλήθη σύγκρουσις, διότι βεβαίως δεν θα εδίσταζον εκείνοι να πυροβολήσουν κατ’ αυτών. Αλλ’ η διαταγή των αξιωματικών, όπως οι στρατιώται καθήσωσι, προέλαβε δυσάρεστα επακόλουθα. Άπαντες εκεί οι αξιωματικοί εξεφράζοντο υπέρ της διαγωγής του εφέδρου ανθυπιάτρου Β.Παπαδάκου. Το όνομα του λαμπρού τούτου νέου, το είδεν ο αναγνώστης και εις προηγουμένας σελίδας, αλλά κατά την ομολογίαν των αξιωματικών, εν Ταράτσα εδείχθη άξιος θαυμασμού. Εν τη γραμμή του πυρός, αψηφών τον κίνδυνον, προσέφερε εις τους τραυματιζομένους τάς πολυτίμους υπηρεσίας του, χρησιμεύων πολλάκις και ως ιατρός και ως νοσοκόμος. Αναφέρω μετ’ ευχαριστήσεως τούτο, διότι δυστυχώς ελάχιστα παραδείγματα τοιαύτης εκπληρώσεως του καθήκοντος παρουσίασεν ο υγειονομικός κλάδος κατά τον ατυχή αυτόν πόλεμον. Πολλοί δε αξιωματικοί του κλάδου τούτου από της προηγουμένης είχον φθάσει φεύγοντες εις …. Άμφισσαν.
Επέστρεψα εις τον τόπον, όπου είχε καταυλισθή το σύνταγμά μας και μετέδωκα την είδησιν ότι ήτο ψευδής η διάδοσις περί αιχμαλωσίας του ταγματάρχου μας, προελθούσα εκ του επεισοδίου, το οποίον ανέφερα. Η χαρά όλων υπήρξε μεγάλη, διότι υπήρχε βεβαιότης περί αιχμαλωσίας. Ο δε ανθυπασπιστής Σανόπουλος μειδιών μού λέγει.
-Και να ήξευρες ότι είχε διαδοθή ότι ο αδελφός σου ο Κώστας ήτο ο αιχμαλωτισθείς μετά του κ.Πριονιστού! Αλλά δεν ανέφερα όνομα όταν το έλεγα, διότι δεν ξεύρω τι ειμπορούσες να πάθης.
Κάτω εν τούτω ελυμαίνοντο την πόλιν οι λησταί και οι αντάρται, ως μας έλεγον οι στρατιώται οίτινες μείναντες και αυτοί κατόπιν, ήρχοντο λίγοι λίγοι εις το στρατόπεδον. Έστειλα ένα στρατιώτην του λόχου μου, Βρούβαν το όνομα, εις το σπήτι του Ξηρού, διά να το προφυλάξη. Μετ’ ολίγον εγνώσθη ότι μετά των αξιωματικών των ιδικών μας και των τούρκων, εκλείσθη ανακωχή εικοσιτετράωρος. Εν τούτοις ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα, διά κάθε ενδεχόμενον. Καθ’ όλον το εικοσιτετράωρον ουδέν απολύτως συνέβη. Πάσα κατεβλήθη προσπάθεια όπως συγκεντρωθώσι και τακτοποιηθώσι τα διάφορα σώματα, άτινα ήσαν εις πλήρη αποσύνθεσιν και αταξίαν. Πανταχού έβλεπε κανείς διεσκορπισμένους τήδε κακείσε στρατιώτας, αναζητούντας τα σώματά των. Πολλοί τούτων, εκ των αυτών σωμάτων, συναντώμενοι, επειδή δεν επιτρέπετο εις ουδένα η άνοδος προς τα αποτελέσαντα τάς προφυλακάς σώματα, συνεκρότησαν αυτοκέφαλα τμήματα παρά τους λόφους της Λαμίας, ενωθέντα μετά των συνταγμάτων των μετά μίαν ή δύο ημέρας. Εκ των στρατιωτών του συντάγματός μας και ιδία του τάγματός μας, ελάχιστοι έλειψαν.
Πρό της παρόδου της εικοσιτετραώρου ανακωχής, την δείλη της επομένης, 8 Μαΐου, υπεγράφη ανακωχή δεκαπενθήμερος προς διακανόνισιν των όρων της ειρήνης. Την Κυριακήν, 11 Μαΐου, αξιωματικοί αμφοτέρων των μερών εκανόνισαν τα όρια της ουδετέρας ζώνης και διέγραψαν την γραμμήν των πρώτων σκοπών. Αι γραμμαί αύται, εις τα πλησιέστερα αυτών σημεία, απείχον αλλήλων 400-500 μέτρα. Ωρίσθη δε η δύναμις των προφυλακών αμφοτέρων των μερών εις μίαν ταξιαρχίαν πεζικού, μετά του αναλόγου πυροβολικού και μηχανικού, η δε λοιπή δύναμις απεσύρθη, του μεν ελληνικού στρατού εις τάς θέσεις της Οίτης, από της Υπάτης μέχρι του Μώλου, πλήν μικρών τμημάτων εις τα εν τη πεδιάδι χωρία Ιμήρμπεη, Κόμμα, Μοσχοχώρι κ.λ.π. του δε τουρκικού εις Δομοκόν, πλήν μικράς δυνάμεως, ήτις παρέμεινεν εις Δερβέν Φούρκαν. Ωρίσθη δε ως ταξιαρχία των προφυλακών, η ιδική μας ταξιαρχία, ήτις έμελλε να υποστή μέχρι τέλους τάς ταλαιπωρίας της επιπονωτάτης ταύτης υπηρεσίας, χωρίς ν’ αντικατασταθή εντελώς. Εκανονίσθη δε η υπηρεσία των προφυλακών εναλλάξ μεταξύ του 1ου και του 2ου συντάγματος. Η αλλαγή εγίνετο κατά έξ ημέρας, και το μέν σύνταγμα της εφεδρείας κατηυλίζετο εις θέσιν Πηγαδούλια, το δε της υπηρεσίας εις την Ταράτσαν, πλήν της δυνάμεως ήτις απετέλει κατά διήμερον την υπηρεσίαν των προφυλακών…..»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Διπυρίτης: παρασκεύασμα (φρυγανιά-μπισκότο) από σιτάλευρο, νερό και αλάτι ψημένο καλά. Χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα από ναυτικούς σε μακρινά ταξίδια αλλά και από ένοπλες δυνάμεις ως κύρια τροφή. Αν προστατευθεί από υγρασία διατηρείται για χρόνια. Συνήθως καταναλωνόταν σαν βούτηγμα σε καφέ νερό ή άλμη (πηγή: Βικιλεξικό).
[2] Γιάνναρος Βασίλειος: γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1848. Μετείχε του πολέμου 1897. Διετέλεσε διοικητής συντάγματος πεζικού και Φρούραρχος Αθηνών. Αποστρατεύθηκε στις 22 Ιουνίου 1911 με το βαθμό του υποστρατήγου (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 2, Λεξικό, σελίδα 313).
[3] Πετμεζάς Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1852 στα Σουδενά Καλαβρύτων. Μετείχε του πολέμου 1897. Αποστρατεύθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1899 με το βαθμό του ταγματάρχη (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 5, Λεξικό, σελίδα 487).


ΠΗΓΗ








Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897: μαρτυρίες του Πέτρου Ε. Βρυζάκη για τις επιχειρήσεις στη Φθιώτιδα. Μέρος Α΄

Ο Πέτρος Ε. Βρυζάκης καταγόταν από τη Θήβα. Ο παππούς του Πέτρος απαγχονίστηκε το Μάϊο του 1821 από τους Τούρκους. Ο πατέρας του Ευθύμιος, μετά τον απαγχονισμό του πατέρα τους, μεγάλωσε με τον αδερφό του Θεόδωρο στο Ορφανοτροφείο που ίδρυσε ο Καποδίστριας στην Αίγινα. Ο Θεόδωρος (1814-1878) το 1832 έφυγε στο Μόναχο της Γερμανίας. Πρόκειται για το γνωστό ζωγράφο θεμελιωτή της «Σχολής του Μονάχου», ο οποίος απεικόνιζε θέματα της Επανάστασης του 1821.
Ο Πέτρος Ε. Βρυζάκης (ανεψιός του Θεοδώρου) έλαβε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Σπούδασε νομικά, «..ήμην οπαδός της Θέμιδος…», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Το τυπικό αυτό προσόν ενίσχυσε την πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί ως αστυνόμος, πράγμα το οποίο απευχόταν, το ζήτησε μάλιστα προσωπικά και από το στρατηγό Μακρή. Επιθυμούσε σφόδρα την τοποθέτησή του σε μάχιμη στρατιωτική μονάδα «...καθ' ήν ώραν η πατρίς είχεν ανάγκην ημών αλλαχού...», όπως αναφέρει αυτολεξεί. Πράγματι τοποθετήθηκε στον 1ο Λόχο του ΙΙΙου Τάγματος του 2ου Συντάγματος Πεζικού. Λοχαγός του ήταν ο Α. Βουλγαράκης[1], ο οποίος τραυματίσθηκε κατά την έναρξη του πολέμου στο Γκριτζόβαλι. Τη διοίκηση του λόχου ανέλαβε την ημέρα του Πάσχα ο υπολοχαγός Ιωάννης Παπακυριαζής[2]. Ταγματάρχης του ήταν ο «δραστηριότατος» Πριονιστής[3] και συνταγματάρχης του ο «γηραιός» Λιάσκας[4].
Στο βιβλίο του «Πολεμικαί Εικόνες. Μία σελίς του Ελληνοτουρκικού πολέμου 1897. Πρόσωπα και πράγματα», που κυκλοφόρησε το 1898, ένα έτος μετά το τέλος του πολέμου, καταγράφει τις εντυπώσεις του. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «….Θα περιγράψω συντόμως τα γεγονότα, όσα κυρίως υπέπεσαν εις την άμεσον αντίληψίν μου, γυμνά, όπως έλαβον χώραν, αποφεύγων κατά το δυνατόν και όπου δυνατόν τας κρίσεις….». Πραγματικά, περιγράφονται λεπτομερώς γεγονότα, κάποια από τα οποία εντυπωσιάζουν από τον καθαρά ανθρώπινο χαρακτήρα τους, όπως η μαρτυρία του για περιστατικό αναγνώρισης νεκρού: «….Εις Δερβέν Φούρκα ενώ διέτασσον απαθώς στρατιώτας να φέρωσι μακράν φονευθέντα εκεί συνάδελφό των, ο εις τούτων γονατίσας πρό του θερμού έτι νεκρού έρρηξε κραυγήν σπαρακτικήν: ο αδελφός μου κ.ανθυπολοχαγέ! ….»
Με το 2ο Σύνταγμα Πεζικού πολέμησε στο Λοσφάκι και κατά την οπισθοχώρηση μέσω Λάρισας, Φαρσάλων και Δομοκού κατέληξε μαζί με τον υπόλοιπο Στρατό της Θεσσαλίας στα πρόθυρα της Λαμίας.
Όπως αναφέρει, στο Σύνταγμά του υπήρξε υποδειγματική πειθαρχία, ιδιαιτέρως του ΙΙΙου τάγματος, που υπηρετούσε ο ίδιος. Μάλιστα ο ταξίαρχος Δημόπουλος και ο Διάδοχος επανηλλειμένα συνεχάρησαν στα Φάρσαλα τον διοικητή του τάγματος ταγματάρχη Πριονιστή. Ειδικότερα, ο Διάδοχος τον συνεχάρη ενώπιον όλου του 2ου Συντάγματος για τη λαμπρά και θαρραλέα στάση του στο Λοσφάκι.
Από το βιβλίο του αναδημοσιεύεται εκτενές απόσπασμα, στο οποίο αναφέρονται γεγονότα και περιστατικά που συνέβησαν στη Φθιώτιδα.
Στο Α΄ Μέρος της αναδημοσίευσης παρατίθενται τα γεγονότα από την οπισθοχώρηση από Δερβέν Φούρκα έως την άφιξή του στη Λαμία.
Ειδικότερα περιγράφονται:
-Η υποχώρηση προς Δερβέν Φούρκα μέσω του χωριού Αρχάνι και Παλαμά.
-Ανάπαυση στη Δερβέν Φούρκα και περιγραφή της άνισης μάχης που ακολούθησε εκεί.
-Υποχώρηση και συνεχής νυκτερινή πορεία. Άφιξη και διέλευση από το χωριό Νταϊτσιά (σήμερα Αγριλιά). Διέλευση από το χωριό Μπεκή (σήμερα Σταυρός). Διέλευση από το χωριό Καλύβια και άφιξη στη Λαμία.
Ακολουθεί το κείμενο:
«Την 11/2 μετά το μεσονύκτιον ήλθεν η διαταγή προς υποχώρησιν και την 2αν ώραν ανεχωρήσαμεν προς την Δερβέν Φούρκαν. Το ωχρόν φως της σελήνης εφώτιζε τα απαίσια βήματά μας, την ελεεινήν φυγήν μας. Και τώρα τα στήθη όλων εφούσκωνε κύμα αγανακτήσεως, και βλασφημίαι στρατιωτών εις έκαστον παραπάτημα εδείκνυον την απελπισίαν των και την συναίσθησιν ότι διά να μην υπερασπίσουν μερικοί ως έδει και μέχρις εσχάτων το Κιτίκι και τον Τσατμά κατεδικάζετο όλη η Ελλάς εις την ατίμωσιν και το αίσχος. Εβαδίζομεν σχεδόν επί της γραμμής της ενούσης τας δύο άκρας της οδού Δομοκού-Λαμίας, ήτις οδός σχηματίζει καμπύλην προς δεξιά και δι’ ατραπού διά μέσου των λόφων των προς μεσημβρίαν του Δομοκού υψουμένων. Την 3 1/2 της πρωΐας ώραν εφθάσαμεν έξωθεν του χωρίου Αρχάνι. Εκεί ενώ το τάγμα μας, επί κεφαλής του συντάγματος, εβάδιζεν εν πλήρει τάξει, έξαφνα ακούομεν την φωνήν του ταξιάρχου μας κ.Δημόπουλου αποτεινομένου οργίλως προς τον ταγματάρχην μας.
-Κύριε Πριονιστή, τι κατάστασις είνε αυτή, έβαλες το κεφάλι κάτω και τραβάς για τη Λαμία. Που είνε το τάγμα σου; να σταματήσετε.
-Αλλά κ.ταξίαρχε, δεν είχα διαταγή να σταματήσω· το τάγμα είνε εντάξει.
-Δεν τα ακούω εγώ αυτά, συντάξατε το τάγμα σας.
Όλοι κατεπλάγημεν από την άδικον μομφήν του ταξιάρχου, τον οποίον όλοι εγνωρίζομεν ως αυστηρόν αλλά και δίκαιον εν τη υπηρεσία.
Εν τούτοις η εξήγησις εδόθη κατόπιν εν Δερβέν Φούρκα. Εκεί ενώπιον του συντάγματος, αφού ο κ.Δημόπουλος έδωκε διαταγήν τινα εις τον ταγματάρχην μας, προσέθηκε.
-Σε επέπληξα εις το Αρχάνι, κ.Πριονιστή. Σε αγαπώ πολύ και δεν μου φάνηκε καλά που έσπευδες κατά την πορείαν. Δεν έχω κανέν παράπονο μαζή σου.
Εκείνην εν τούτοις την στιγμήν, εις Αρχάνι, επικράθηκε όλο το τάγμα διά την άδικον επίπληξιν.
Εμείναμεν εκεί, συνταχθέντες, μέχρι της 5ης της πρωΐας ώρας. Εν τω μεταξύ είχεν εξημερώσει και τα διάφορα σώματα εβάδιζον εκ των δεξιά και αριστερά μας μικρών οδών προς Δερβέν Φούρκαν. ήτο μαγευτική εκείνη η θέσις, κατάφυτος από κατάχλωρα δένδρα και χλόην. Ενώ ανεπαυόμεθα εκεί διήρχετο έφιππος ο υπολοχαγός του Πεζικού Αναγνωστόπουλος Δ.
-Τα έμαθες Γιάννη, λέγει προς τον διοικητήν του λόχου μου υπολοχαγόν Παπακυριαζήν. Στην Ήπειρο πολεμάνε γερά, όχι σαν και ’μας εδώ. Διάβασε εδώ να ιδής. Τριανταδύο αξιωματικοί εφονεύθησαν και επληγώθησαν ’ς το Γρίμποβο.
Επήραμε πράγματι την εφημερίδα, την οποίαν κρατούσε, άγνωστον που προμηθευθείς αυτήν, ο υπολοχαγός και είδομεν εκεί την άλυσιν των ονομάτων των αξιωματικών των φονευθέντων και πληγωθέντων.
Έπειτα εξακολουθών τας σκέψεις του ο ρηθείς υπολοχαγός προσέθεσε.
-Και εμείς αιωνίως υποχωρήσεις. Τι να σας ’πω, αδερφέ, ο Θεός μας έστειλε αυτόν τον Ετέμ Πασά. Φαίνεται ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει περισσότερο μυαλό από ’μας, αλλοιώς θα μας είχε όλους πιασμένους. Μας περνάει για στρατηγούς φαίνεται και μας φοβάται. Τώρα βέβαια άλλαις δέκα ’μέραις θα περιμένη να μας επιτεθεί κατά τα συνηθισμένα.
Πόσον ηπατάτο ο αξιωματικός και όλοι μας απέδειξεν η μεσημβρία της αυτής ημέρας.
Περί την 5ην πρωϊνήν ώραν, αφού διήλθον όλα σχεδόν τα τμήματα, εκινήσαμεν πάλιν εν πλήρει τάξει προς την Δερβέν Φούρκαν. Την 7 ½  εφθάσαμεν πλησίον του χωρίου Παλαμά, επί των υπωρειών της Όθρυος κειμένου. Εκεί είχε συγκεντρωθή άπαν το στράτευμα, όπερ κατά τμήματα κατόπιν ανήρχετο την μεγάλην αμαξητήν οδόν, την διά των στενών της Όθρυος άγουσαν εις Λαμίαν. Δεξιά και αριστερά της οδού υψούνται αλλεπάλληλοι λόφοι, οι μεν υψηλότεροι των δε καθόσον ανερχόμεθα προς τας κορυφάς του βουνού. Την οδόν μετά του βαδίζοντος στρατού επλημμύρουν τα κάρρα της περιφήμου Επιμελητείας και πλήθος ποιμνίων και αγέλαι βοών, δυσχεραίνοντα λίαν την πορείαν. Την 9ην π.μ. το Σύνταγμά μας έφθασεν εις το χάνι Δερβέν Φούρκας, το καλούμενον Δραχμάναγα, (Αδρουραχμάν-αγά) και μετά ημίσειαν έτι ώραν κατηυλίζετο εντός μικράς κοιλάδος, πλησίον δε εκεί κατηυλίσθησαν και τα πλείστα των σωμάτων άτινα προηγήθησαν ή έφθασαν κατόπιν ημών.
ΔΕΡΒΕΝ ΦΟΥΡΚΑ
Μετά τον σχηματισμόν των πυραμίδων διενεμήθη άρτος και κρέας. Οι στρατιώται καθ’ ομάδας ήναψαν πυράς και έψησαν το κρέας των και μετά τον δείπνόν των διεσκορπίσθησαν υπό τα πυκνά δένδρα και ανεπαύοντο. Ενόμιζε κανείς ότι είχομεν εκδράμει έως εκεί χάριν αναψυχής· τόσον αφρόντιδες ήσαν στρατιώται και αξιωματικοί, ανώτεροι και κατώτεροι. Ημείς, αφού εγένετο η διανομή του συσσιτίου των ανδρών, κατήλθομεν εντός της ρεμματιάς και υπό την σκιάν υπερμεγέθους πλατάνου εγευματίσαμε, εβγάλαμε τής μπότταις μας, πράγμα σπάνιον, και εξηπλώθημεν μακαρίως επί της κουβέρτας.
-Μην κοιμηθής γιατί θα σε σύρω με την κουβέρτα ’ς το αυλάκι να κάνης μπάνιο, μου λέγει ο Πύργος γελών.
-Μακάρι να μούκανες αυτή τη χάρι, διότι το σώμα μου έχει κάμει διαζύγιο με το νερό από ένα μήνα τώρα και ’ς το δέρμα μου μπορούν να φυτρώσουν σπανάκια, του απαντώ με μισόκλειστα μάτια.
-Κοιμήσου, μου λέγει ο λοχαγός του 4ου λόχου κ.Πετρόπουλος, και όπου είνε ο Ετέμ έρχεται και σε ξυπνάει.
-Κακή προφητεία, κ.Λοχαγέ. και δεν μας βρίσκεται ούτε ναργιλές να τον τρατάρωμε.
Ο αδελφός μου ήδη ερρογχάλιζε ’ς το πλάϊ μου και μετ’ ολίγον τον εμιμήθην αδελφικώτατα.
Περί την 2αν μ.μ. ώραν εξύπνησα από τον θόρυβον, τον οποίον έκανε ο Πύργος. Είχε ανάψει φωτιά και προσπαθούσε να ψήση καφέ εις ένα μπρίκι σκουριασμένο για να πιή με τον λοχαγόν του.
-Κύριε λοχαγέ, λέγω εις τον κ.Πετρόπουλον, δεν θα μείνη και για μένα καμμιά ρουφλιά καφές;
-Αμ κάτι θα μείνη και για σένα. Σε ξέρω πως είσαι μπεκρής ’ς το μαυροζούμι.
Πράγματι τα δύο φλιντσάνια έγιναν τρία και εγεύθην κι εγώ του πολυτίμου ποτού. Εννοείται ότι επερίμενα και έπιον οι άλλοι πρώτα, διότι δεν υπήρχε παρά ένα και ακριβό πήλινο φλιντσάνι.
-Κύριε ανθυπολοχαγέ, μου λέγει ο εθελοντής στρατιώτης και δικηγόρος Πετρόπουλος, έφαγα τον κόσμο να σας ζητώ. Θέλετε να κάμετε γράμμα για το σπήτι σας, έκαμαν και τα άλλα παιδιά (εννοούσε τους λοιπούς εθελοντάς). Να τα βάλωμε εις ένα φάκελλον και να τα στείλωμε ’ς τον κ. Έσσλεν που πάνε τόσος κόσμος ’ς τη Λαμία, για να τα στείλη ’ς τας Αθήνας. Μπορεί εδώ να μείνωμε πολλάς ημέρας.
Έγραψα με το μολύβι το γράμμα ότε έρχεται ένας λοχίας και λέγει αποτεινόμενος προς τον λοχαγόν Πετρόπουλον:
-Κύριε λοχαγέ, δεν εμάθατε ακόμη τίποτε; Ο Τούρκος μας επήρε ’ς το κοντό.
-Λοχία, να πας ν’ αστειευθής αλλού, του λέγω επιπληκτικώς, ας λείψουν η εξυπνάδες.
-Κύριε ανθυπολοχαγέ, δεν αστειεύομαι, ρωτήστε να μάθετε καλλίτερα.
Δεν είχα ανάγκη να ρωτήσω πλέον. Η κίνησις ήν αντελήφθην εγερθείς ήτο ενδεικτική ότι κάτι σπουδαίον συνέβαινε. Από τα διάφορα μέρη του δάσους, εις τα οποία είχον διασπαρή οι στρατιώται, συνέρρεον δρομαίοι προς τους καταυλισμούς των, ανήσυχοι, φοβισμένοι.
-Κύριοι αξιωματικοί, ο ταγματάρχης διατάσσει να έλθετε επάνω αμέσως, μας λέγει ασθμαίνων λοχίας του τάγματός μας.
Ήτο 2 ½ μ.μ. ακριβώς. Ανερχόμενοι συναντώμεν τον κ.Πριονιστήν.
-Κύριε ταγματάρχα, εις τας διαταγάς σας.
-Εις τας θέσεις σας, να ετοιμασθούν οι λόχοι. Ο εχθρός μας ηκολούθησε και κατέλαβε μάλιστα και τον παλαιόν στρατώνα και την Αντίνιτσα.
-Μα, κ. ταγματάρχα, ήλθαμε και εχωθήκαμε εδώ μέσα και δεν κατελήφθησαν οι πρώτοι λόφοι, δεν ελήφθησαν τα στοιχειωδέστερα μέτρα προς ασφάλειαν του στρατεύματος;
-Εδώ, παιδί μου, κάνει κάθε ένας ό,τι του αρέσει.
Εσπεύσαμεν εις τους λόχους. Εις ολίγα λεπτά οι στρατιώται ήσαν εις την γραμμήν. Εγένετο εσπευσμένη η διανομή του συσσιτίου. Τι νομίζετε; Πάλιν κρέας άψητο. Αστειότατο πράγμα. Οι πλείστοι των στρατιωτών το επέταξαν εις τα πουρνάρια, βλέποντες ότι θα είχαμε πάλι νταραβέρια. Άλλοι για κάθε ενδεχόμενο το έχωσαν εις τα σακκίδιά των.
Αναμέναμεν διαταγήν. Μετά την πρώτην κίνησιν και τον θόρυβον της συγκεντρώσεως, αποκατέστη η ησυχία και μόνον ένας ψίθυρος, ωσεί βόμβος μελισσών, διέτρεχε τάς γραμμάς. Οι στρατιώται χαμηλοφώνως συνομιλούντες ησχολούντο ο μέν να καθαρίση το όπλον του, άλλος να βάλη λάδι ’ς το κινητόν ουραίον, άλλος να δέση καλά τον ιμάντα του βεβαρυμένου, από τα φυσίγγια κυρίως, σακκιδίου του, και άλλος άλλα. Παραπλεύρως των φαλάγγων εθραύοντο κασόνια φυσιγγίων και διενέμοντο τοιαύτα εις τους άνδρας. Και ήτο πυρετώδης, ταχεία η προπαρασκευή εκείνη, προπαρασκευή προς αντιμετώπισιν του επερχομένου, του ακολουθούντος, του καταδιώκοντος εχθρού. Διότι πράγματι, ως προεβλέπετο, η δύναμις ήτις είχεν εκβιάσει το Κιτίκι και τον Τσατμά, ενισχυθείσα την πρωΐαν και αφού εγνώσθη η υποχώρησις του Ελληνικού στρατού, διετάχθη ν’ ακολουθήση κατά πόδας τούτον και να κόψη ει δυνατόν την υποχώρησίν μας. Το τελευταίον δεν κατορθώθη, διότι η υποχώρησις εγένετο νωρίς και ταχέως, η δύναμις όμως εκείνη, μία ταξιαρχία, προυχώρησεν αποφασιστικώς πρός την Όθρυν, εύρε γυμνούς και απροφυλάκτους τους πρώτους λόφους εκατέρωθεν της αμαξητής οδού και κατέλαβεν αυτούς, έκπληκτος βέβαια με την τακτικήν των Ελλήνων αρχηγών ή μάλλον με της ειμαρμένης την ευμένειαν πρός του Αλλάχ τα όπλα.
Και τώρα ερωτά κανείς μετ’ απορίας, μετ’ εκπλήξεως.
-Εγένετο λοιπόν μάχη εις τον Δομοκόν αποφασιστική και η Δερβέν Φούρκα, η παλαιά οροθετική γραμμή, ήτο άνευ στρατού, άνευ φρουράς τουλάχιστον;
-Μάλιστα, κύριε, απαντούν τα πράγματα.
-Και αν ο στρατός εκάμπτετο εις τον Δομοκόν; αν ηττάτο εν καιρώ της μάχης;και υπεχώρει ατάκτως, καταδιωκόμενος, που θα εστηρίζετο; που θα σταματούσε; όπισθεν ποίας δυνάμεως θα εκαλύπτετο ν’ ανασυνταχθή, ν’ αναπνεύση;
-Δεν θα είχε πουθενά να σταματήση, κύριε. Θα έφευγε διά των στενών της Όθρυος, έπειτα της Οίτης και έπειτα……του Κιθαιρώνος!...
-Και ήτο εν τούτοις εκ των προτέρων η Δερβέν Φούρκα ως γραμμή αμύνης προωρισμένη;
-Μάλιστα, κύριε, εκ των προτέρων και μάλιστα ωρίζετο η τελευταία, δηλ. η γραμμή της μέχρις εξοντώσεως αμύνης, της αμύνης της διά πάσης θυσίας, της αντί της καταστροφής αυτής της ολοσχερούς.
-Μα επί τέλους, και όταν γίνωνται γυμνάσια ακόμη, ο εν αναπαύσει στρατός σχηματίζει τάς προφυλακάς του, καθιστά δηλαδή το καλούμενον δίκτυον της ασφαλείας, και εις την Δερβέν Φούρκαν, κατόπιν μάχης, το μέτρον τούτο, το άλφα της στρατιωτικής τέχνης, δεν εφηρμόσθη;
-Όχι, κύριε, δεν εφηρμόσθη. Αισθανθήτε όσην θέλετε πικρίαν εις την καρδίαν σας, χύσατε όσα θέλετε δάκρυα άλγους διά την συμφοράν αυτήν την απαισίαν, την εκουσίαν δύναμαι να είπω, τραβήξετε όσον θέλετε τα μαλλιά σας, κτυπήσατε όσον θέλετε το στήθος σας υπό απελπισίας και αγανακτήσεως. Αυτά είνε τα πράγματα, αυτή είνε η αλήθεια η πικρά, η καίουσα. Όλον το στράτευμα, όλαι αι μεραρχίαι και αι ταξιαρχίαι και τα συντάγματα και τα πυροβολικά και τα μηχανικά και τα ρέστα, ανερχόμεθα εις έν στενόν, εις ένα δρόμον με υψηλούς λόφους δεξιά και αριστερά, προχωρούμε ’ς τη Δερβέν Φούρκα, ευρίσκομε έν ανοικτόν μέρος εκεί μίαν χοάνην και … σταματούμε. Πίσω μας; Δεν βαρυέσαι! Το συσσίτιο, η ανάπαυσις, ο ύπνος. Αι σκηναί των ανωτέρων στήνονται, μάλιστα κύριε, αι σκηναί, (ήτον ήλιος βλέπεις), στρατιώται, αξιωματικοί, ταξιάρχαι, μέραρχοι, όλοι οι Μιχαήλ και οι Γαβριήλ, τεντώνομεν την αρίδα μας·και πίσω μας; Δεν βαρυέσαι. Δεν τον ξέρομε τον Ετέμ; μετά δέκα ημέρας θα τον περιμένωμεν ίσως. Άλλως τε θα έγινε ανακωχή. Ανάθεμα αυτόν τον Μάνον μάλιστα, όστις επετέθη ’ς την Ήπειρο, μετά την ανακωχήν και έφερε την μάχην του Δομοκού. Αλλοιώς θα είχαμε τώρα από τρείς ημέρας την ανακωχήν.
-Μά, αυτά θα ειπήτε, δεν τα σκέπτονται οι διοικούντες στρατεύματα, τα σκέπτονται αι κυβερνήσεις των κρατών.
-Μάλιστα, κύριε, αλλά ’ς το Ρωμαίϊκο δεν γίνεται έτσι. Εμείς λογαριάζομε χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Ετέμ είχε άλλην ιδέαν από την ιδικήν μας και ο στρατός του, ιδού τον, ακολουθεί καταδιώκει, ανέρχεται τα κυριώτερα υψώματα και ημείς ευρισκόμεθα ως εν κλωβώ και ταρασσόμεθα και απορούμεν και στενοχωρούμεθα. Μα, να μη μας ειδοποιήση αυτός ο άνθρωπος αδελφέ, ότι θα μας κυνηγήση!
Μάλιστα, κύριε, αφίνονται όλα εις την τύχην, εις την ειμαρμένην και μετά το κακούργον έγκλημα του Δομοκού, το κακουργότερον έγκλημα της Δερβέν Φούρκας, της Φούρκας εις την οποίαν ηωρείτο το σχοινί, εις το οποίον προώρισαν να πνίξουν το έθνος. Και οι αίτιοι; και οι υπεύθυνοι του λάθους τούτου; Ζήτησέ τους, αναγνώστα, εις την σκέψιν την ψυχράν την οποίαν θα κάμης λαμβάνων υπ’ όψιν τα πράγματα· τα πράγματα δε είνε αυτά, γυμνά, ακάλυπτα, τετράγωνα.
Και ήρχισαν αι σπασμωδικαί κινήσεις, αι σπασμωδικαί διαταγαί και αντιδιαταγαί.
Την 3 ½ ακριβώς ώραν διατάσσεται το τάγμα μας να καταλάβη τους αριστερά της οδού (καθώς κατερχόμεθα) λόφους.
Μόλις ανήλθομεν είδομεν απέναντι, προς την μονήν της Αντίνιτσας, τας γραμμάς τάς τουρκικάς ανερχομένας προς κατάληψιν των λόφων και τοποθέτησίν των επ’ αυτών.
Κατελάβομεν και ημείς τους πρώτους λόφους και επειδή δεν εθεωρήθησαν κατάλληλοι, διετάχθημεν και κατελάβομεν τους αμέσως υψηλοτέρους.
Εις το δεξιόν της κορυφογραμμής των λόφων προς την οδόν ετοποθετήθη ο 4ος λόχος, αριστερά οι δύο άλλοι λόχοι, κατόπιν ο ιδικός μας και διακοπτομένης εκεί της γραμμής, ήτο τοποθετημένον μάλλον αριστερά ημών το 2ον τάγμα του συντάγματός μας. Επί της γραμμής του πυρός είχον ταχθή αι δύο διμοιρίαι εκάστου λόχου, αι δε δύο άλλαι ετοποθετήθησαν εις εκατόν περίπου μέτρων απόστασιν όπισθεν, εις χαμηλόν μέρος, προστατευόμενον ασφαλώς από του πυρός. Την 4 μ.μ. ακριβώς ήρξατο του πυρός το τουρκικόν πυροβολικόν κατά του ημετέρου λόφου από πυροβολείου κατασκευασθέντος επί λόφου χαμηλωτέρου εκείνου, τον οποίον κατείχε το τουρκικόν πεζικόν, πέραν της οδού και από αποστάσεως πλέον των 1.500 μ. Κατά του πυροβολείου τούτου ήρξατο πύρ ο 4ος λόχος του τάγματός μας, ως πλησιέστερος, αλλά δεν ηδύνατο να το ενοχλήση. Συγχρόνως επιτίθεται κατά της γραμμής ημών μεγάλη δύναμις, ανερχομένη τους προ ημών και εντεύθεν της οδού λόφους. Τότε ήρξατο τακτικόν πυρ άπασα η γραμμή. Κατ’ αρχάς το πυρ ήτο αραιόν, διότι εγεννήθη η αμφιβολία αν οι πυροβολούντες έμπροσθεν ημών ήσαν άπαντες τούρκοι ή μη υπήρχε και τμήμα τι Ελληνικού στρατού, συμπλακέν μετά των τούρκων εις τους χαμηλοτέρους λόφους. Η αμφιβολία όμως διεσκεδάσθη όταν οι ακροβολισταί, γκέκηδες[5] ως επί το πλείστον, προυχώρουν εναντίον μας με σφοδρόν πυρ, καλυπτόμενοι από τα πυκνά δένδρα, από τα οποία ήσαν κατάφυτοι όλοι οι λόφοι. Η θέσις ημών ήτο πλεονεκτική, διότι ήμεθα εις υψηλότερον λόφον, αλλά και παραδειγματική ήτο η λύσσα των επιτιθεμένων τουρκαλβανών, τους οποίους μόλις συνεκράτει η σφοδρότης του πυρός της ημετέρας γραμμής. Ήτο δε συνήθης η τακτική των, μεθ’ έκαστον πυροβολισμόν να προχωρούν δι’ αλμάτων και να κρύπτονται όπισθεν των κορμών δια να πυροβολήσωσι πάλιν. Την άμυναν διώκει ο ταγματάρχης μας μετά θαυμαστής ψυχραιμίας και γενναιότητος. Ήτο μεθ’ ημών επί της γραμμής του πυρός, απ’ επάνω από τους πυροβολούντας στρατιώτας, δίδων διαταγάς εις τους αξιωματικούς και επεμβαίνων ενίοτε και εις αυτά των διμοιρητών τα καθήκοντα, κανονίζων αυτός πολλάκις την πυκνότητα του πυρός, αψηφών τον περί αυτόν πετώντα κίνδυνον. Δεν γνωρίζω τι έγινε ’ς την Ήπειρον αλλά εις τον στρατόν της Θεσσαλίας αμφιβάλλω αν εκ των ανωτέρων αξιωματικών, και ιδία εκ των ταγματαρχών, έδειξεν άλλος μεγαλυτέραν ψυχραιμίαν και εθελοθυσίαν από τον κ.Πριονιστήν και αν εξετέθη και εκινδύνευσε πλειότερον αυτού από την βροχήν των σφαιρών εις όλας τας μάχας, πλήν ίσως του ταγματάρχου Νικολαΐδου, διοικητού του 9ου Ευζων. τάγματος όστις κατά την ομολογίαν των ιδίων του στρατιωτών και αξιωματικών, εξετέθη εις το πυκνόν πύρ του εχθρού, εις τον βέβαιον κίνδυνον, κατά την εις Τεκέ πολύωρον μάχην.
Την επίθεσιν του Τουρκικού πεζικού επροστάτευε δια πυκνού πυρός το τουρκικόν πυροβολείον, το οποίον, ως είπον είχε κατασκευασθή εις τον εκείθεν της οδού λόφον, εις 1.500 μ. περίπου απόστασιν, βάλλον αδιακόπως εναντίον μας. Εις τάς άνωθέν μας διερχομένας οβίδας ο ταγματάρχης ενίοτε, υψών το βλέμμα και την χείρα, με ενδεικτικόν περιφρονήσεως σχήμα, εφώνει:
-Όρσε σου και σένα λοιπόν.
Κατά του πυροβολείου εκείνου διετάχθη μία ορεινή πυροβολαρχία ιδική μας να βάλη. Παρετάχθη εις το χαμηλόν και ανοικτόν μέρος, όπου ημείς είχομεν καταυλισθή και ήρξατο σφοδρού πυρός. Το τουρκικόν πυροβολείον έστρεψε κατ’ αυτής πυκνόν πύρ. μετά τας δύο πρώτας δοκιμαστικάς βολάς, ών η μέν πρώτη έπεσεν όπισθεν, η δε έμπροσθεν της πυροβολαρχίας, η τρίτη έπεσεν ακριβώς επί της πυροβολαρχίας, ήτις μετά τινάς βολάς, βλαβείσα προφανώς, έζευξεν αμέσως και υπεχώρησε. και εθαυμάσαμε την μετά δύο μόνον βολάς επιτυχίαν των εχθρικών πυροβόλων, άτινα, αφού ηνάγκασαν την ημετέραν πυροβολαρχίαν να υποχωρήση, έστρεψαν πάλιν το πύρ αυτών καθ’ ημών.
Εκτός του πυροβολείου τούτου οι Τούρκοι επεχείρησαν την κατασκευήν και ετέρου τοιούτου, εις πλησιέστερον μικρόν λοφίσκον, αλλ’ αι συμπυροκροτήσεις, άς εξετέλεσε κατά της θέσεως εκείνης η υπό τον Πύργον διμοιρία του 4ου λόχου, ήσαν τόσον επιτυχείς, ώστε οι ασχολούμενοι εις την κατασκευήν Τούρκοι διεσκορπίσθησαν, παραιτηθέντες της επιχειρήσεως.
Εις το αντίθετον μέρος της οδού, δεξιά ημών, υψούται λόφος διπλασίως υψηλός εκείνου, τον οποίον κατείχομεν ημείς. Τον λόφον αυτόν είχε καταλάβει από της 3 1/2 ώρας τμήμα του ημετέρου πεζικού, το οποίον παραδόξως μετ’ ολίγην ώραν και πριν ή αρχίση το πύρ, τον είχεν εγκαταλείψει. Η σπουδαιότης της θέσεως εκείνης ήτο προφανής, διότι ήτο το υψηλότερον σημείον, το δεσπόζον όλων των πέριξ λόφων και μετ’ ανακουφίσεως είδομεν περί την 5ην ώραν ισχυρόν τμήμα ευζώνων, βαδίζον εκ της αντιθέτου κορυφογραμμής προς κατάληψιν αυτού. Παρηκολούθουν διά των διόπτρων του ταγματάρχου, τα οποία του είχα ζητήσει, τους ευζώνους εκείνους, προχωρούντας και πλησιάζοντας προς τον λόφον. Προέβλεπον ότι οι τούρκοι εκ του αντιθέτου μέρους θ’ ανήρχοντο προς τον λόφον ανενόχλητοι και η κατάληψις αυτού θα εξέθετε ημάς εις πλευρικόν πύρ εκείθεν, θα εξέθετε δε επίσης και την γραμμήν του στηρίγματος, μη προφυλασσομένου εκείθεν παντελώς. Μετά ημίσειαν ώραν οι εύζωνοι ήγγιζον την κορυφήν.
-Έφθασαν, κ.ταγματάρχα, εφώνησα μετ’ ανακουφίσεως.
Αλλά μόλις είπα τούτο και πύρ πυκνόν τρέπει εις φυγήν τους ευζώνους, διασκορπισθέντας διά μέσου των δένδρων. Την αυτήν στιγμήν είχε προφθάσει δράξ τούρκων και κατέλαβε τον λόφον. Ενισχυθείσα δε κατόπιν ήρξατο πύρ καθ’ ετέρου τμήματος ευζώνων, εις την προς την οδόν κλιτύν του λόφου τούτου, το οποίον επυροβόλει κατά του λόφου. Ούτω καθ’ όλην ήδη την γραμμήν το πύρ εγενικεύθη, αλλ’ η κυρία επίθεσις ήτο κατά της γραμμής ημών, ήτις ακλόνητος και εντελώς ήρεμος, απέκρουε τους επιτιθεμένους. Καθόσον η ημέρα έκλινε προς την δύσιν, τοσούτον η επίθεσις καθίστατο σφοδροτέρα. Οι ακροβολισταί, ενισχυθέντες εκ των αδιακόπως προσερχομένων επικουριών, έβαλλον σφοδρώς καθ’ ημών. Εξ εκάστου κορμού, εξ εκάστου θάμνου, όπισθεν εκάστης πέτρας ανέθρωσκεν ο καπνός των πυροβόλων και ο κρότος των πυροβολισμών καθ’ όλην εκείνην την δίοδον, διά μέσου των διατεμνομένων λόφων, εις την κοιλάδα εκείνην την μαρτυρικήν, επολλαπλασιάζετο εκ της ηχούς. Και ήτο αγών απηλπισμένος εκ μέρους ημών, όπως υπερασπίσωμεν το ιερόν πλέον έδαφος, το δι’ αιμάτων και θυσιών και βασάνων, το διά του ντουφεκιού και του γιαταγανιού κτηθέν. Και ήτο αγών προς προχώρησιν, προς κατάκτησιν εκ μέρους των επιτιθεμένων, οι οποίοι, αυθάδεις πλέον εκ των ακόπων και ευκόλων επιτυχιών των, ήθελον να προχωρήσουν, να καταλάβουν, να πατήσουν έδαφος Ελληνικόν όσω το δυνατόν περισσότερον.
Και η τελευταία φάσις της ατυχούς εκείνης πάλης, η κατάληψις του απέναντι ημών υψηλού λόφου, αν και αρκετά μεμακρυσμένου, εδείκνυε πως θα ετελείωνε και η ημέρα αύτη διά το Ελληνικόν στράτευμα, διά το Ελληνικόν Έθνος!...
Η δράξ εκείνη των Τούρκων, ήτις είχε καταλάβει τον λόφον, διπλασιασθείσα κατόπιν, προφυλαττομένη δε όπισθεν των δένδρων, κατώρθωσε διά σφοδρού πυρός να εκδιώξη το τμήμα των ευζώνων το οποίον ήτο εις την πτυχήν της κλιτύος του λόφου και μετά τούτο ήρξατο να πυροβολή κατά του λόφου τον οποίον κατείχομεν ημείς. Εκ των πυρών εκείνων εφονεύθη είς στρατιώτης και επληγώθησαν τρείς ή τέσσαρες και τούτο εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος. Τα τμήματα του στηρίγματος, προφυλασσόμενα εντελώς μέχρι τούδε από τα κατά μέτωπον πυρά, ήσαν τώρα εκτεθειμένα εις τα εκ του δεξιού. Αι σφαίραι εσύριζον γύρω ημών και ο ψυχρός ήχος τον οποίον παρήγον επί των πετρών ή εντός του χώματος πηγνύμεναι, ηύξανε κατ’ ολίγον. Ήτο ευτύχημα ότι ο ήλιος είχε δύσει και το πύρ μετ’ ολίγον έπαυσε παντού. Αν ο υψηλός εκείνος λόφος κατελαμβάνετο υπό των Τούρκων δύο ώρας πρότερον, η θέσις μας θα ήτο κρίσιμος και θα ηναγκαζόμεθα να εγκαταλείψωμεν τον λόφον, μη δυνάμενοι ως εκ της αποστάσεως ν’ αποκριθώμεν εις το φονικόν εκείνο πύρ.
Η λυσσώδης αύτη μάχη διήρκεσε μετά πάσης της εντάσεως τέσσαρας περίπου ώρας.
Είνε ήδη 8η μ.μ. ώρα και ουδείς πυροβολισμός ακούεται πλέον. Και η προσοχή μας και η σκέψις μας, απορροφημένη εις της μάχης την ταραχήν, επανήρχετο επί της απαισίας ημών καταστάσεως, επί της απελπιστικής μας θέσεως. Προφανή πάλιν τα πράγματα. Οι Τούρκοι κατείχον ήδη τα υψηλότερα σημεία και ήσαν κύριοι της κορυφογραμμής, της αριστερά των ανερχομένων προς την Δερβέν Φούρκαν, ηδύνατο δε να προχωρήσουν ανενοχλήτως πλέον και άνευ αντιστάσεως μέχρι της οδού Λαμίας και να  φράξουν αυτήν ασφαλώς εις τα εν τη αντιθέτω κορυφογραμμή ευρισκόμενα τμήματα, δηλ. το ιδικόν μας σύνταγμα, το οποίον κατείχε τον λόφον τον δεξιά τω ανερχομένω, διότι η μέχρι της οδού απόστασις αφ’ ημών, αν ηθέλομεν να βαδίσωμεν και ημείς επί της κορυφογραμμής μας, ήτο μεγαλειτέρα ή η από του λόφου, όν είχον καταλάβει οι Τούρκοι. Ώστε εδώ δεν ήτο πλέον η σκέψις της υποχωρήσεως μόνον της επαισχύντου, ήτις μας κατέτρυχε, αλλά και ο κίνδυνος κυκλώσεως, οπότε ή θα παρεδιδόμεθα ή θα ερριπτόμεθα εις απεγνωσμένην πάλην να αποθάνωμεν όλοι. Αλλ’ οι Τούρκοι ουδέποτε επεχείρησαν νύκτωρ πολεμικήν τινα επιχείρησιν, και κατ’ εκείνην δε την νύκτα έμειναν όπου ευρέθησαν. Να μείνωμεν λοιπόν εις το μέρος εκείνο μέχρι της αύριον δεν ήτο δυνατόν, διότι μόνον ανθρωποθυσία θα ετελείτο άνευ αποτελέσματος. Την 9ην ώραν ήλθε διαταγή υποχωρήσεως. Η διαταγή εδόθη εις τον ταγματάρχην μας. Το σκότος ήδη ήτο πυκνόν και η συγκέντρωσις των τμημάτων συνετελέσθη δυσκόλως. Το μέρος ήτο δύσβατον και δρόμος ή ατραπός ουδαμού διεκρίνετο. Η διαταγή ήτο να κάμψωμεν προς αριστερά, να κατέλθωμεν εις την αμαξιτήν οδόν, εκεί δηλ. όπου είχομεν από πρωΐας καταυλισθή και εκείθεν ν’ ανέλθωμεν διά της οδού ταύτης εις Φούρκαν. Δερβέν Φούρκα είνε τα στενά ένθεν κακείθεν των οποίων εκτείνεται η παλαιά οροθετική γραμμή· Φούρκα δε απλώς λέγεται η θέσις όπου παύει ο ανήφορος και αρχίζει η κατωφέρεια προς την ετέραν πλευράν της Όθρυος, προς την Λαμίαν.
Προηγήθησαν τα δύο τάγματα και είπετο το ιδικόν μας, το 3ον τάγμα. Επί κεφαλής του τάγματος εβάδιζεν ο 3ος λόχος, μετ’ αυτόν ο 1ος, εις όν ανήκον και εγώ, μεθ’ ημάς ο 2ος και τελευταίον ο 4ος λόχος. Επί κεφαλής του λόχου μου εβάδιζεν ο διοικητής του λόχου κ.Παπακυριαζής μετά του ανθυπολοχαγού κ.Ζαφείρη, διοικητού του 1ου ουλαμού, εγώ δε ως διοικητής του 2ου ουλαμού ήμην εις το αριστερόν του λόχου. Επί κεφαλής του επομένου λόχου ήτο ο διοικητής αυτού Λάμπρου, υπολοχαγός και ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Καζαντζής Ιω. Ηκολουθήσαμε την κορυφογραμμήν επί δύο περίπου ώρας. Η σελήνη ανατείλασα εφώτιζεν ήδη ζωηρώς τα πέριξ, αι δε ακτίνες αυτής αντανακλώντο επί των υδροδοχείων, γυμνών πλέον του επικαλύμματός των, και επί των θηκών των ξιφολογχών. Εβαδίζαμεν βραδύτατα, ένεκα της ανωμαλίας του εδάφους και των πυκνοτάτων θάμνων. Κατά μικρά διαστήματα η φάλαγξ ίστατο επί 2 και 3 λεπτά, ένεκα των εμποδίων άτινα επεβράδυνον την πορείαν. Ο Καζαντζής, κατατρυχόμενος εκείνην την εσπέραν υπό σφοδράς κεφαλαλγίας, έπιπτε χαμαί εις εκάστην στάσιν και τον συνώδευα κρατών αυτόν εκ του βραχίονος, καθόσον εβαδίζομεν, όταν τούτο επέτρεπε το έδαφος. Μετά δύο ωρών πορείαν, καθ’ ήν διηνύσαμεν διάστημα όχι μείζον των είκοσι λεπτών της ώρας, εκάμψαμε προς τα αριστερά και κατηρχόμεθα προς την μεγάλην οδόν, κατά την διαταγήν. Ήτο απελπιστική η κατάβασις εκείνη. Εκτός του ανωμάλου του εδάφους, διεκόπτετο τούτο και από πλείστους χειμάρρους, ξηρούς μέν ύδατος, διά την διάβασιν όμως των οποίων εχρειάζετο να θέσωμεν εις χρήσιν χείρας και πόδας ομού. Φαντασθήτε φάλαγγα, από χιλίους περίπου άνδρας, διαβαίνουσαν δύο ή τρείς τούτους χειμάρρους. Ανέμενεν ακίνητος όλη η γραμμή, όπως διέρχεται έκαστος στρατιώτης! Πολλοί τούτων διήρχοντο ευχερώς, άλλοι όμως, εντελώς άπειροι, μετά πολλής δυσκολίας και βοηθούμενοι από άλλους κατορθώνουν τούτο. Ενθυμούμαι ότι εις την διάβασιν ενός τοιούτου χειμάρρου, επί δύο ή τρία μέτρα επατούσαμε επί των κλάδων των εις τας αποτόμους όχθας κρεμαμένων πρίνων και άλλων δενδρυλλίων, ούτως ώστε μετ’ εκπλήξεως ανελογιζόμην πως εκείθεν διήλθον όλοι οι πρό εμού και μετά πόσην ώραν θα διήρχοντο οι επόμενοι. Εν τη καθόδω εκείνη εκάμψαμεν πάλιν προς τα’ αριστερά, προς το μέρος όπου εφαίνοντο αι πυραί των Τούρκων, επλησιάσαμε δε εις διάστημα το πολύ 200 μέτρων από μιάς τοιαύτης ασθενούς πυράς και είνε θαύμα πως δεν αντελήφθησαν την διάβασίν μας οι Τούρκποι σκοποί. Μάλλον επιστεύσαμεν ότι ο φόβος, ο ο ποίος συνείχε και αυτούς εν τω αγνώστω εδάφει, τους εμπόδισε να πυροβολήσωσι. Ήτο αγωνιώδης η πορεία εκείνη η βραδυτάτη, η απελπιστική. Ωμοίαζε προς ότι εν ονείρω πολλάκις συμβαίνει, δηλ. να ευρίσκεται κανείς εις την ανάγκην να τρέξη προς αποφυγήν κινδύνου και να μη δύναται να περιπατήση. Επειδή δε ήτο πιθανή και σύγκρουσις κατά την πορείαν, είτε μετά των σκοπών, είτε μετά των περιπολιών των Τούρκων, προσεπάθουν να εμφυσήσω εις τους στρατιώτας το θάρρος το απαιτούμενον εις την κρίσιμον εκείνην περίστασιν και την στάσιν ήν έπρεπε να τηρήσουν εις ενδεχομένην επίθεσιν εκ μέρους του εχθρού. Αλλ’ ενώ επλησιάζομεν ήδη εις την μεγάλην οδόν, κατελθόντες πλησίον της ανοικτής κοιλάδος, η στάσις ήτις εγένετο κατά την διάβασιν μικρού χειμάρρου παρετείνετο πλέον του δέοντος. Βλέπω αίφνης τον διοικητήν του λόχου μου κ.Παπακυριαζήν, όστις διατρέξας κατά μήκος την γραμμήν του λόχου, ήλθεν εις το αριστερόν και μου λέγει.
-Μα που θέλουν, αδελφέ, να μας πάνε επί τέλους, ούτε δρόμος είνε ούτε τίποτε. Το χειρότερο είνε ότι εκοπήκαμε από τον άλλον λόχον. Έχασαν τα ίχνη οι στρατιώται του εμπέδου που ήσαν μεταξύ του δικού μας και του 3ου λόχου. Αλλά εγώ δεν θα προχωρήσω προς τα κάτω. Ξεύρουν οι στρατιώται δρόμον που θα μας βγάλη γρήγορα επάνω.
Έμεινα εμβρόντητος εις την είδησιν, ήτις ετάραξε και όλους τους άλλους. Εξέφρασα την ιδέαν ότι έπρεπε να ακολουθήσωμεν τον προηγηθέντα λόχον, όπου ήτο και ο ταγματάρχης μας, αλλά δεν εισηκούσθην. Μετέβην μετά του λοχαγού μου επί κεφαλής του λόχου, διά να ίδω πόθεν θα ανηρχόμεθα. παρετήρησα ότι ουδαμού εφαίνετο ατραπός προς τα άνω, αλλ’ ο λοχαγός μου πάλιν επέμεινε λέγων ότι ο ανεψιός του ξεύρει δρόμον να ανεβούμε επάνω. Ήρξατο λοιπόν η επιστροφή προς τα άνω, πορεία έτι βραδυτέρα, έτι επιπονωτέρα, δι’ ανωμαλωτέρου εδάφους, διά πυκνοτάτων θάμνων και δένδρων, αναγκαζόντων ημάς πολλάκις να έρπωμεν εις τον αδιέξοδον εκείνον λόγγον, επί ώρας βαδίζοντες, αναρριχώμενοι, εις έκαστον βήμα πίπτοντες κρημνιζόμενοι’ς της σάρες της απότομαις, καταξεσχιζόμενοι από τους κλάδους των δένδρων και τους βράχους. Και όλα αυτά διά μίαν απροσεξίαν. Διότι δεν ηδυνήθην να πείσω ποτέ τον εαυτόν μου, ότι ο λοχαγός μου εκουσίως ήλλαξε δρόμον, αλλ’ έχω την ιδέαν ότι, αφού κατά τύχην ίσως εχωρίσθη του προηγουμένου λόχου, αντί να ακολουθήση την αυτήν διεύθυνσιν μέχρις ού επανεύρη τους προπορευομένους (και θα τους επανεύρισκεν ασφαλώς, αφού προς το αυτό σημείον διηυθύνοντο τα τμήματα) εθεώρησε καλλίτερον, προς αποφυγήν προσεγγίσεως προς τον εχθρόν και πιθανής συγκρούσεως, ν’ αλλάξη δρόμον, αποχωριζόμενος του συντάγματος όπερ προηγείτο ημών. Όσην καλήν θέλησιν προς προφύλαξιν των υπ’ αυτόν ανδρών και αν αναγνωρίζω εις τον λοχαγόν μου, δεν δύναμαι να επιδοκιμάσω την πρωτοβουλίαν ταύτην, αντικειμένην εις την γενικήν διαταγήν, την διαγράφουσαν την οδόν, ήν θα ηκολούθει υποχωρούν το σύνταγμά μας και αν, ακόμη κατά την εκτέλεσιν της διαταγής ταύτης υπήρχε κίνδυνος καταστροφής του συντάγματος ολοκλήρου.
Τέλος μετά πορείαν μαρτυρικήν κατωρθώσαμεν και εφθάσαμεν πλέον την κορυφογραμμήν. Μάρτυς της πορείας εκείνης της απαισίας, της φοβεράς, η αργυρά σελήνη διέτρεχε βραδέως το στερέωμα και υπό την γλυκείαν λάμψιν της εκοιμάτο γαλήνιος και ήρεμος η κατάχλωρος φύσις. Οία η αντίθεσις της ηρεμίας εκείνης της φύσεως, με την ταραχήν ήτις κατείχε τας καρδίας των ταλαιπώρων ημών, των πλανωμένων και βασανιζομένων κατά την σκληράν εκείνην περίστασιν. Ο Καζαντζής ήτο πτώμα κυριολεκτικώς εκ της κεφαλαλγίας, ο δε εθελοντής Χαλκοκονδύλης, όγκος πλέον αδρανής εκ του κόπου, βαδίζων μόλις και μετά βίας ως νεκρός γαλβανιζόμενος.
-Κύριε ανθυπολοχαγέ, δεν αντέχω πλέον θα μείνω εδώ.
-Δεν είναι καθόλου φρόνιμον, κουράγιο, θα παρέλθη και αυτή η δοκιμασία.
Προσεπάθουν να δώσω θάρρος εις όλους εν τη απαισία εκείνη θέσει, εις ήν ευρισκόμεθα. Καθ¨όλον αυτό το χρονικόν διάστημα αδιαλείπτως ελειτούργουν οι οπτικοί τηλέγραφοι εις τας θέσεις, άς κατείχον οι Τούρκοι. Το ευκολώτατον αυτό μέσον συνεννοήσεως ημείς το εχρησιμοποιήσαμε μόνον πρό της ενάρξεως του πολέμου, μεταξύ Λαρίσσης και Μακρυχωρίου και μετά την ανακωχήν, μεταξύ Λαμίας και Θερμοπυλών! Πάλι καλά.
Όταν εφθάσαμεν εις την κορυφογραμμήν, δισχίλια το πολύ μέτρα μακράν του σημείου, εξ ού πρό τριών περίπου ωρών εκάμψαμεν προς τα κάτω, έστημεν διά να αναπαυθώμεν. Ήτο ανάγκη αναπαύσεως τινος διότι η εξάντλησις των τε σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων των ανδρών ήτο μεγίστη. Είχε παρέλθει πρό πολλού ήδη το μεσονύκτιον και των πρωϊνών ωρών η δρόσος ήτο επαισθητή, μετά τοσαύτην μάλιστα πορείαν, καθ’ ήν ήμεθα θερμοί εκ της κινήσεως και κάθιδροι. Έπαυσε εκεί η φρικτή αγωνία του αβεβαίου και του μυστηριώδους. Εφαίνετο προς τα δεξιά η πεδιάς της Υπάτης και ελεύκαζεν υπό το φώς της σελήνης η τοποθεσία των Λουτρών. Έπρεπε ήδη να βαδίσωμεν επί της κορυφογραμμής, διά της υπ’ αυτής ατραπού, έως ού συναντήσωμεν, εις θέσιν Φούρκα, την αμαξητήν οδόν και εκείθεν βαδίσωμεν εις συνάντησιν των άλλων προηγηθέντων τμημάτων. Ήδη την διοίκησιν των τριών λόχων, αυτοκεφάλων πλέον και μεμονωμένως ενεργούντων, είχεν ο λοχαγός Πετρόπουλος ο και διοικητής του 4ου λόχου. Έκρινεν καλόν ούτος να προηγηθή ο λόχος του, είπετο ο ιδικός μας και ήρχετο κατόπιν ο 2ος, του υπολοχαγού Λάμπρου. Ετέθημεν εις κίνησιν και εβαδίζομεν εν τάξει και κανονικώς. Εφθάσαμεν εις μικρόν λοφίσκον πετρώδη, τον οποίον έπρεπε να παρακάμψωμεν. Ο διοικητής της τριλοχίας εβάδιζεν ήδη εις την κλιτύν του λόφου, χωρίς να έχη στείλει ανιχνευτάς και προσκόπους διά την εξερεύνησιν του εδάφους εις μεγάλην απόστασιν, πλήν ολίγων στρατιωτών βαδιζόντων μέτρα τινά πρό του λόχου του.
Έξαφνα ενώ επλησίαζε το αριστερόν του λόχου μας εις τον λόφον και ανηρχόμεθα ελαφρόν ανήφορον, ως κύμα ορμητικόν, εν συγχύσει και συμφυρμώ ώρμησε προς τα οπίσω η μάζα των ανδρών οίτινες προεπορεύοντο και εκινδύνευσε να μας παρασύρη. Οι όπισθεν άνδρες βλέποντες τους πρό αυτών ορμώντας προς τα οπίσω έστρεψαν και αυτοί και εσχηματίσθη ρεύμα φυγής ακράτητον. Είχε πέσει επάνω μου στρέψας όλος ο λόχος μου, ο πρό εμού βαδίζων. Εν τη ψυχρότητι της σκέψεως, ήτις δεν με εγκατέλιπε, ώρμησα αντιθέτως των οπισθοχωρούντων, προς το στενόν και σταματών αυτούς εφώνησα.
-Πίσω, πίσω, άλτ! Οι δικοί μου στρατιώται εδώ μη φοβάστε τι στε, σταθήτε εδώ, μαζή μου.
Πολλοί στρατιώται έστησαν και κατεβίβασαν τα όπλα ως προς άμυναν. Το ρεύμα ανεχαιτίσθη.
Ο Καζαντζής είχε εξάγει το πιστόλι του.
Δεν έχασα καιρόν. Με την χείρα εις την λαβήν του πιστολιού μου, προυχώρησα ταχέως προς τα εμπρός, διά να ίδω τι συμβαίνει, ποίον το αίτιον του συμβάντος τούτου, του νέου τούτου πανικού. Διέσχισα την μάζαν των στρατιωτών και έφθασα εις την κλιτύν του λόφου όπου μικρός βράχος αποτελεί μετά του λόφου μικράν στενωπόν. Εκεί αντιμετώπισα τον λοχαγόν Πετρόπουλον ερχόμενον. Υπό το ωχρόν φώς της σελήνης, το πρόσωπόν του μοί εφάνη και αυτό ωχρόν και τεταραγμένον.
-Τι τρέχει, κ.λοχαγές; γιατί αυτή η φυγή, αυτό το κακό;
-Ποιος φώναξε άλτ; μού λέγει αντί απαντήσεως.
-Εγώ φώναξα άλτ, διότι οι στρατιώται ώρμησαν προς τα οπίσω. Τι τρέχει, σας παρακαλώ;
-Βρέ αδερφέ, οι στρατιώται είδαν δύο ιππείς και ενόμισαν ότι ήσαν τούρκοι. Δεν ξεύρω και εγώ τι να ειπώ.
-Να στείλωμε μία περιπολία να ιδούμε τι τρέχει και να προχωρήωμε, μετά πέντε λεπτά θα φθάσωμε ’ς τον αμαξητό δρόμο.
-Για να ιδούμε τι θα ειπούνε και οι άλλοι. Μπορεί να κατεβούμε και από ’δω κάτω.
Συναντηθήκαμεν και με τους διοικητάς των άλλων λόχων, τον Παπακυριαζήν και τον Λάμπρου. Εσυμφώνησαν και οι τρείς με την ιδέαν του κ.Πετροπούλου.
-Γιατί να πάμε από τη Φούρκα, να μας συμβή και τίποτε; Εγώ λέω να τραβήξωμε από ’δώ κάτω, να πέσωμε ’ς το Δαϊτσόρεμμα και να στρίψωμε για τη Λαμία, λέγει ο κ.Πετρόπουλος.
-Το καλύτερο είνε αυτό, λέγει ο υπολοχαγός κ.Λάμπρου. Τι μ’ έκανες έως εδώ από ’δώ και κάτω ξέρω τον τόπον με την πιθαμή.
-Αυτό είνε το καλλίτερο, απαντά και ο κ.Παπακυριαζής.
Η πρότασίς μου, να προχωρήση εις την κορυφογραμμήν μικρά περίπολος και, εν περιπτώσει καθ’ ήν υπήρχεν ελευθέρα η οδός, να ακολουθήσωμεν την περίπολον μέχρι της αμαξητής οδού, δεν εισηκούσθη. Δεν απείχομεν δε βεβαίως πλέον των δέκα λεπτών από την οδόν αυτήν. Η απόφασις των τριών διοικητών των λόχων, ευρεθέντων εν πληρεστάτη συμφωνία, ετέθη εις εκτέλεσιν αμέσως.
Και ήρχισεν άλλο μαρτύριον, η κάθοδος από του αντιθέτου μέρους της Όθρυος προς την πεδιάδα της Υπάτης, δι’ ατραπών στενοτάτων, διά μερών πάλιν αποκρήμνων, εις τα οποία εκουτρουβάλιζαν κάθε λίγο οι στρατιώται.
Οι λόχοι όμως εβάδιζον χωριστά αλλήλων, άνευ συγχύσεως, άνευ αναμίξεως, άνευ θορύβου, καθ’ όλην αυτήν οικτράν περιπλάνησιν της νυκτός εκείνης, της ιστορικής δια την καϋμένην την τριλοχίαν μας. Όταν είχαμε πλησιάσει προς την πεδιάδα, κατερχόμενοι εν τάξει, βλέπω τον λοχαγόν κ.Πετρόπουλον παραπλεύρως της οδού καθήμενον.
-Βρέ αδερφέ, μου λέγει οργίλως, τι κατάστασις είνε αύτη; έτσι βαδίζει το στράτευμα; δεν σταματάτε και λιγάκι;
Μα, κ.Λοχαγέ, του απαντώ, εδώ δεν είνε θέσις να σταματήσωμε· να μείνωμε μέσα στη σάρα; Να βρούμε κανέν μέρος ανοικτό να συνταχθούμε. Άλλως τε εμένα ευρίκατε να μου τα ειπήτε αυτά; Εγώ είμαι εις το αριστερόν του λόχου μου και δεν ειμπορώ παρά να προχωρήσω, αφού ο λόχος μου προχωρεί.
Και επροχώρησα με την σκέψιν ότι ο διοικητής της τριλοχίας μας πολύ αργά ήρχισε να θυμάται τους στρατιωτικούς κανονισμούς· ίσως διότι ενόμιζε ότι ευρισκόμεθα πλέον εν ασφαλεία.
Εν τοσούτω διελθόντες μικρόν χείμαρρον με αρκετόν ύδωρ, από το οποίον έπιον και εγέμισαν τας υδρίας των οι στρατιώται, προυχωρήσαμεν προς τα κάτω και επί μικρού αγρού, τον οποίον εύρομεν εις το άκρον της οδού, εσταματήσαμεν να περιμένωμεν τον κ.Πετρόπουλον με τον λόχον του, αφού εγώ μετεβίβασα τας παρατηρήσεις του προς τον λοχαγόν μου.
Η κλιτύς την οποίαν διήλθομεν ήτον εξόχως ωραία. Κατάφυτος και αγρία, απετέλει εικόνα εκτάκτως θαυμασίαν. Όταν δε, με το γλυκοχάραγμα τα πουλιά ήρχισαν να χαιρετούν το επανερχόμενον φως της ημέρας και πρό πάντων οι κόσσυφοι να κελαηδούν με το γλυκύ σφύριγμά των, που έμοιαζαν με αναρίθμητα φλάουτα, η γλυκεία εντύπωσις εγένετο έτι γλυκυτέρα. Και εν τη πικρία εκείνη και τή λύπη, ως βάλσαμον παρηγορίας εγλύκαινε την ψυχήν μου της φύσεως η καλλονή, του πτηνού το αθώον κελάδημα. Και διήλθον από τον νούν μου χρόνοι άλλοι και εποχαί άλλαι, οπότε της φύσεως η αρμονία συμφωνούσε με την αρμονίαν των αισθημάτων μου, των σκέψεών μου, που ενόμιζα ότι η φύσις ήτο της ψυχής μου η εικών, η έκπαγλος, η κατάχλωρος, η γλυκυτάτη φύσις, την οποίαν τώρα διετρέχομεν κυνηγημένοι και φεύγοντες, την οποίαν τώρα την εγκαταλείπομεν απεγνωσμένοι, απέλπιδες!!
Μετ’ ολίγων λεπτών διαμονήν εκεί, κατά την οποίαν οι στρατιώται διεμαρτύροντο, διότι κάθιδροι όντες δεν αντείχον εις το διαπεραστικόν ψύχος της πρωΐας, μόλις έφθασεν ο λοχαγός κ.Πετρόπουλος, εβαδίσαμεν συντεταγμένοι πλέον και κατά τετράδας, διότι το έδαφος ήτο ομαλόν και γυμνόν, προς το χωρίον Δαϊτσά. Είχε πλέον ξημερώσει η 7η Μαΐου, ημέρα Τετάρτη, και ιδού ημείς πλησίον της Λαμίας! Ποίον αίσχος και ποίον όνειδος. Ποία σελίς του μέλλοντος θα εξαλείψη την σελίδα ταύτην; Ποία τρόπαια του μέλλοντος θα καταρρίψουν την στήλην αυτήν του αναθέματος, η οποία ηγέρθη σήμερον επί του έθνους μας; Ημείς; Είθε!!
Πλησίον της Δαϊτσάς, όπου εμείναμε να ξεκουρασθούμε λιγάκι, ηκούσαμε πυροβολισμούς εις τους άνωθεν ημών λόφους. Τι έτρεχε λοιπόν; Τόσω γρήγορα ου Τούρκοι ξύπνησαν διά να μας καταδιώξουν; Και η παλαιά τακτική των; Το γιαβάς-γιαβάς που εφήρμοσαν μέχρι τούδε;
Επρότεινα να μη μείνωμε περισσότερον και να βαδίσωμεν όσω ηδυνάμεθα ταχύτερον, διά να ενωθώμεν με το Σύνταγμά μας, διότι αν οι Τούρκοι προυχώρουν, θα απεκοπτόμεθα οριστικώς από το λοιπόν στράτευμα και ήτο πιθανόν να προσβληθώμεν ούτω μεμονωμένοι. Άλλως τε η θέσις του ταγματάρχου μας, απομείναντος μεθ’ ενός μόνον λόχου, δεν ήτο βέβαια ευχάριστος, αν και καθώς είδομεν, κάθε άλλο παρά να ευθύνετο αυτός διά την τοιαύτην κατάστασιν των πραγμάτων.
-Φαντάσου, Γιάννη, έλεγα ’ς τον Καζαντζή, τι πίκρα θα έχη ο καϋμένος ο ταγματάρχης μας, που έγινε αυτό το πράγμα ’ς το τάγμα του.
-Αλήθεια, Πέτρο, θα σκάση από την πίκρα του. Θα μας νομίζει όλους αιχμαλώτους.
Η πρότασίς μου ν’ αναχωρήσωμεν αμέσως, εγένετο δεκτή και ετέθημεν αμέσως εις κίνησιν. Διήλθομεν διά μέσου του χωρίου Δαϊτσάς, ερήμου εντελώς κατοίκων και εβαδίσαμεν αριστερώτερα προς την Λαμίαν. Ο λόχος ο ιδικός μας προηγείτο και είποντο οι λοιποί δύο λόχοι. Ο 4ος λόχος υπελείπετο 200 περίπου μ. ημών, καθόσον ο λοχαγός κ.Πετρόπουλος είχε πολύ κουρασθή και δεν ηδύνατο να βαδίση ταχέως, ως έλεγε ο λοχαγός μου.
Εις την καμπήν εμός λόφου ανεφάνη ο λόχος ερχόμενος. Τινές των στρατιωτών ενόμισαν ότι ήσαν Τούρκοι! Την ιδέαν συνεμερίσθη εις λοχίας, ο οποίος σπεύσας εις εμέ μοί λέγει.
-Δεν είναι τούρκοι αυτοί κ.ανθυπολοχαγέ;
-Μα τι από τη γή θα φυτρώσουν οι Τούρκοι;
-Σιωπή, Λοχία, του ψωνάζει αποτόμως ο λοχαγός μου. Δεν βλέπεις τον λόχον του κ.Πετρόπουλου;
Εν αρχή, άμα τω ακούσματι οι στρατιώται εδοκίμασαν να τραπούν εις φυγήν, αλλ’ αντελήφθησαν ταχέως του πράγματος. Το οποίον σημαίνει ότι αν πράγματι μας επετίθετο εκεί, έστω και μικρά δύναμις του εχθρού, οι στρατιώται θα διεσκορπίζοντο και θα κατεκοπτόμεθα μεμονωμένοι και ανίκανοι προς άμυναν. Είχε πλέον αναπτυχθή εις βαθμόν απίστευτον το αίσθημα της τουρκοφοβίας και εις τίποτε δεν ίσχυον αι θεωρίαι μας ότι ο κίνδυνος και η καταστροφή είνε της φυγής τα άφευκτα επακόλουθα, εν ώ η άμυνα του συμπαγούς στρατεύματος και, εν ανάγκη υποχωρήσεως, η κανονική και τακτική τοιαύτη σώζει.
Πικρώς επεπλήξαμε αυτούς και εγώ και οι λοιποί αξιωματικοί, αλλά ενόουν ότι εις μάτην απέβαινον οι λόγοι μας. Οι στρατιώται μας είχον πολύ μεταβληθή ένεκα των περιστάσεων και των ατυχιών και της αδιακόπου φυγής.
Βαδίσαντες επί αρκετόν έτι, ευρέθημεν πρό διλήμματος. Να στρίψωμεν αριστερά προς την Λαμίαν ή να προχωρήσωμεν προς την πεδιάδα; Συνηντήσαμεν πολίτας τινάς φεύγοντες, οίτινες μας έδωκαν αντιφατικάς πληροφορίας. Οι μέν μας έλεγον ότι οι τούρκοι προυχώρησαν προς την Λαμίαν και ότι όλος ο στρατός έφευγε προς την Αλαμάναν, οι δε, ότι υπάρχη ακόμη όλος ο στρατός εντός της Λαμίας. Προφανώς όμως θα ήτο παράτολμον να στρίψωμεν αριστερά προς την Λαμίαν, διότι μας ήτο εντελώς άγνωστον, μέχρι ποίου σημείου είχον προχωρήσει οι τούρκοι· ηκούοντο δε πάντοτε υπόκωφοι οι πυροβολισμοί. Επί τέλους απεφασίσθη να προχωρήσωμεν προς την πεδιάδα να κάμψωμεν αριστερά από το χωρίον Μπεκή και να βαδίσωμεν προς την Λαμίαν, αν εμανθάναμεν ότι οι τούρκοι είχον προχωρήσει και μας έκοπτον τον δρόμον.
Εβαδίσαμεν λοιπόν προς την πεδιάδα, δεξιά των λόφων όπισθεν των οποίων κείται η πόλις της Λαμίας. Όταν εφθάσαμεν έξωθεν του χωρίου Μπεκή, εμείναμεν ολίγον να αναπαυθώμεν. Μας είχεν εξαντλήσει πλέον ο κάματος και η πορεία η περιπετειώδης της νυκτός εκείνης, ήτις ως εκ των περιστάσεων των μοναδικών θα μείνη ανεξάλειπτος εκ της μνήμης μου.
Εκείθεν εβλέπαμεν εν τη πεδιάδι τους εναπολειφθέντας κατοίκους της Λαμίας και των χωρίων, φεύγοντας μετά των υποζυγίων και των ποιμνίων των προς τον Σπερχειόν και την Οίτην. Μετά μικράν ανάπαυσιν, εκάμψαμεν αριστερά επί της αμαξητής οδού προς την Λαμίαν. Εκάμαμεν όλον τον γύρον των λόφων εκείνων και εφθάσαμεν προς το βόρειον μέρος αυτών όπισθεν του λόφου του Αγίου Λουκά, παρά το χωρίον Καλύβια. Εκείθεν εφαίνετο κατάλευκος η ευθεία και πλατεία αμαξητή οδός Λαμίας-Αμφίσσης, επίτης οποίας νέφη κονιορτού υψούμενα εδείκνυον ότι επί ταύτης εβάδιζε πλήθος πολύ.
-Ξέρεις τι μού είπαν εδώ ’ς το δρόμο; λέγει ο υπολοχαγός κ.Λάμπρου προς τον υπολοχαγόν κ.Παπακυριαζήν, ότι είνε διαταγή να υποχωρούν τα σώματα όπως μπορούν ’ς την Αλαμάνα.
-Για να ιδούμε, αδελφέ, τι γίνεται πρώτα εδώ και έπειτα σκεπτόμεθα τι θα κάμωμε, του απαντά ο λοχαγός μου.
Μου έκαμεν έκπληξιν αυτό το οποίον ο κ.Λάμπρου εξεστόμισε, αλλά δεν εμίλησα καθόλου.
Μετ’ ολίγα βήματα με πλησιάζει και μου λέγει.
-Βρέ αδερφέ Βρυζάκη, δεν κυττάς τι γίνεται; όλος ο στρατός επέρασε την Αλαμάνα και ’μείς πάμε ’ς τη Λαμία; Εγώ λέω να τραβήξουμε για την Αλαμάνα. Δε λές του Παπακυριαζή να σκεφθούμε εδώ γι’ αυτό το ζήτημα;
Μου ανέβηκε το αίμα ’ς το κεφάλι με την ιδέα που του ήλθε αυτού του χριστιανού.
-Να σου ’πώ, κύριε υπολοχαγέ, του απαντώ μετά δυσαρεσκείας. Αρκετό είνε που εφύγαμε από το σύνταγμά μας και περπατάμε σαν χαμένα πρόβατα από τα μεσάνυκτα. Δεν μας λείπει άλλο παρά να φύγωμε ’ς την Αλαμάνα, ενώ το σύνταγμά μας ίσως μάχεται με τους τούρκους. Θα πάμε ’ς τη Λαμία να μάθωμε που είνε το Σύνταγμα. Και ο Παπακυριαζής αν θέλη ν’ ακούση τη γνώμη σου, εγώ θα πάω να εύρω μόνος μου τον ταγματάρχη. Γιατί αυτό το ρεζιλίκι που παθαίναμε σήμερα με φέρνει έξω από τον εαυτό μου.
Εμουρμούρισε μερικά λόγια ακόμη που δεν τα ήκουσα και επαύσαμε την κουβέντα.
Εκάμψαμε μετά τινα λεπτά προς αριστερά και εφθάσαμεν κάτωθι της Λαμίας έξωθεν του Νοσοκομείου τη 91/2 π.μ. ώρα.
Είχομεν δηλ. βαδίσει 12 και πλέον ώρας, πλήν των μικρών παύσεων, άς εκάμαμε καθ’ όλην την πορείαν, κατά την οποίαν εκ του κόπου και της πείνης αι δυνάμεις μας ήσαν πλέον εντελώς εξηντλημέναι.....»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βουλγαράκης Αλέξανδρος: γεννήθηκε το 1842 στη Λαμία. Μετείχε του πολέμου 1897. Αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη στις 31 Ιουλίου 1907 (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 2, Λεξικό, σελίδα 426).
[2] Παπακυριαζής Ιωάννης: πρόκειται για το γνωστό ήρωα Συνταγματάρχη από την Υπάτη (γεννήθηκε το 1857). Μετείχε του πολέμου 1897 με το βαθμό του Υπολοχαγού. Φονεύθηκε στις 21 Ιουνίου 1913 στη μάχη του Λαχανά ως διοικητής του 4ου Συντάγματος Πεζικού Λαρίσης (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 5, Λεξικό, σελίδα 253). Βλέπε φωτογραφίες (Εικ. 5, 6 και 7) στο: Φθιώτες νεκροί 1912-13 (Βαλκανικοί πόλεμοι).
[3] Πριονιστής Στυλιανός: γεννήθηκε το 1840 στη Σκόπελο. Μετείχε του πολέμου 1897. Αποστρατεύθηκε ως Αντισυνταγματάρχης στις 3 Ιανουαρίου 1906 (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 5, Λεξικό, σελίδα 493)
[4] Λιάσκας Δημήτριος: γεννήθηκε το 1857 στο Παλαιοαξάριο Δωρίδας. Μετείχε του πολέμου 1897. Απεβίωσε στη Λάρισσα στις 29 οκτωβρίου 1911 (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 4, Λεξικό, σελίδα 415).
[5] Γκέκηδες: αλβανική φυλή, βλέπε: Γκέκηδες.



ΠΗΓΗ