ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Οι παππούδες μου, του Κώστα Π. Τσούτσικα

Από την περιοδική, ενημερωτική και πολιτιστική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Σταυρού Λαμίας Σταυροδρόμι, η οποία δυστυχώς σταμάτησε πλέον να εκδίδεται λόγω οικονομικής ένδειας, αναδημοσιεύεται εδώ άρθρο του Κώστα Π. Τσούτσικα με τίτλο «Οι παππούδες μου».
Ο αρθρογράφος, μέσα από την οικογενειακή του ιστορία, παραθέτει τα χαρακτηριστικά, την τύχη και πορεία των περισσοτέρων φθιωτικών οικογενειών των αρχών του 20ου αιώνα (αγραμματοσύνη, λαϊκή θρησκευτικότητα, ορφάνια, συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες, κατοχή).
Ακολουθεί το άρθρο:


ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΟΥ

του Κώστα Π. Τσούτσικα
Γ

εννήθηκαν το 1901. Η γιαγιά μου ήταν το μεγαλύτερο από τα παιδιά της οικογένειας κι αναγκαστικά έπρεπε (όπως συνήθιζαν τότε) να συμμετέχει ενεργά στο μεγάλωμα και των μικρότερων, αλλά και στις δουλειές του σπιτιού. Που καιρός για σχολείο και μαθήματα. Ούτε τα’ όνομά της δεν ήξερε να γράφει, κι όταν εγώ μικρός προσπαθούσα να τη μάθω να το γράφει, μου έλεγε: “μάθε γέρο γράμματα τώρα στα γεράματα”.
Παρά την αγραμματοσύνη της όμως είχε μεγαλείο ψυχής. Δεν άκουσα από το στόμα της κακιά κουβέντα για κάποιον. Οι συμβουλές της μου έμειναν χαραγμένες στο μυαλό. Δεν έλειψε ποτέ από την εκκλησία ούτε ακόμα και σε εσπερινό. ήξερε όλη τη λειτουργία απ’ έξω και τη σιγοψιθύριζε μαζί με τον παπά και τους ψάλτες. Εξομολογούνταν τακτικά και νήστευε (“κράταγε”, όπως έλεγε).
Θυμάμαι, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, τη ρώτησα: “πες μου γιαγιά, τι έ\είναι ο Θεός; Και με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου απάντησε: “Δεν ξέρεις, παιδάκι μου, τι είναι ο Θεός; Μα, Θεός είναι ο … Θεός!”. Και το εννοούσε αυτό που έλεγε, γιατί έβγαινε μέσα από την ψυχή της. Έτσι το καταλάβαινε, έτσι το ένιωθε. Έτσι απλά, χωρίς αμφισβήτηση, απόλυτα.
Ο παππούς μου έμεινε ορφανός από πατέρα (από στήριγμα, όπως συνήθιζε να λέει) και τον μεγάλωσαν οι θείοι του, για τους οποίους έτρεφε πάντα απεριόριστη ευγνωμοσύνη και σεβασμό. Πήγε μέχρι την Τετάρτη του Δημοτικού, γι’ αυτό ήξερε ανάγνωση και γραφή. Διάβαζε συνεχώς.
Η ορφάνια του τον ανάγκασε να τα βγάζει πέρα μόνος του σε όλες τις δυσκολίες της ζωής, που ήταν πράγματι πολλές. όπως έλεγε ο ίδιος, “ένα σπρί καλαμπόκι στην αυλακιά, ένα στου στόμα”. Τέτοια ανέχεια.
Το 1920 τον πήραν στο στρατό και πήγε κατευθείαν στη Μικρά Ασία, όπου συνάντησε και πολλούς άλλους χωριανούς και κοντοχωριανούς.
Έλαβε μέρος στις μάχες του Σαγγάριου, στο Εσκί Σεχίρ και έφτασε να βλέπει από μακριά τα φώτα της Άγκυρας. Αν και λαβώθηκε στο πόδι από εχθρικό βόλι, δεν εγκατέλειψε, συνέχισε μέχρι τέλους.
Έτσι ήταν και στην οπισθοχώρηση, στη μεγάλη και τραγική μικρασιατική καταστροφή, που την έζησε από κοντά για πολλές ημέρες. ίσα που πρόλαβε και μπήκε σ’ ένα σαπιοκάραβο (στο οποίο οι άνθρωποι κρέμονταν από παντού σαν σταφύλια, τόσοι πολλοί ήταν) και βγήκε στο Βόλο αφήνοντας πίσω του τη Σμύρνη να καίγεται και τους “Τουρκαλάδες” να σφάζουν, να λεηλατούν και να καταστρέφουν τα ιερά και τα Όσια.
Στην πείνα της κατοχής δεν πείνασε η οικογένειά του, γιατί ως πολυμήχανος και παμπόνηρος, πρόβλεψε κι έκρυψε ένα βαρέλι καλαμπόκι “για να τρώνε τα παιδιά μπομπότα” κι από αυτό έδινε και σε κάνα συγγενή ή γείτονα που πεινούσε.
Πέθαναν και οι δυο το 1989 πλήρεις ημερών και σε διάστημα 33 ημερών ο ένας από τον άλλο. Τους αγαπούσα πολύ. Ο Θεός να τους αναπαύσει.»



ΠΗΓΗ


Σταυροδρόμι, Περιοδική ενημερωτική & πολιτιστική έκδοση Πνευματικού Κέντρου Σταυρού Λαμίας, Τεύχος 2, Λαμία Δεκέμβριος 2000 σελίδες 94-95. [Ευχαριστούμε τον υπεύθυνο σύνταξης του περιοδικού κ. Ιωάννη Ευαγγ. Μακρή για την άδεια αναδημοσίευσης άρθρων της περιοδικής έκδοσης].





Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Η Λαμία και οι Θερμοπύλες το 1882

Από την έρευνα στο διαδίκτυο προέκυψαν στοιχεία για την πόλη της Λαμίας και την περιοχή των Θερμοπυλών αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881) στο ελληνικό βασίλειο. Η Λαμία πλέον έπαψε να είναι παραμεθόρια πόλη, εφόσον τα σύνορα μετατοπίσθηκαν βορειότερα.
Πραγματοποιείται αναδρομή στην ιστορία της Λαμίας από την κλασσική εποχή μέχρι τη μάχη της Αλαμάνας καθώς και περιγραφή της Λαμίας του 1882 (Εικ.1). Παρατίθενται πληροφορίες για την πόλη εκείνης της εποχής αλλά και για την εμπορική δραστηριότητα στην περιοχή. Η αναφορά κλείνει με πληροφορίες για τις Θερμοπύλες και τον Σπερχειό ποταμό (Εικ.2).
Ακολουθεί το κείμενο:

«ΛΑΜΙΑ (ΖΗΤΟΥΝΙ)

Υπό τας μεσημβρινάς υπωρείας της Όθρυος και υπεράνω πεδίου, καθικνουμένου μέχρι του Μαλιακού κόλπου, και τεμνομένου εκ δυσμών προς ανατολάς υπό του Σπερχειού ποταμού, κείται η Λαμία, πόλις οχυρά και πρωτεύουσα του Νομού της Φθιώτιδος και Φωκίδος, απέχουσα από των Θερμοπυλών 2 ½ ταχυδρομικάς ώρας, από της Υπάτης (Πεντρατζίκι) 4, από του χωρίου Δερβέν Φούρκα 3 ½, από του Δομοκού 7, και 3 περίπου από Στυλίδος (αρχαία Φάλαρα,) παραλίου πόλεως, κειμένης εις την βόρειον ακτήν του Λαμιακού Κόλπου, και συγκολινωνούσης μετά της Λαμίας δι’ αμαξιτής οδού, ήτις φέρει μέχρι του λιμένος της Στυλίδος.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΙΣ
Η αρχαία ομώνυμος πόλις απείχεν ολίγον της σημερινής Λαμίας προς ανατολάς, παρά τους πρόποδας λόφου, υπερκειμένου κατά το άκρον αυτής, λέγεται δε, ότι εκτίσθη υπό Λαμίου, υιού του Ηρακλέους, ή υπό Λαμίας θυγατρός του Ποσειδώνος, εκ της οποίας ο Ζεύς εγέννησε την Σιβύλλαν Ιεροφίλην.
Ο περιηγητής Παύλος Λουκάς επισκεφθείς την Λαμίαν, εύρε την εξής επιγραφήν, εξ ής αποδεικνύεται η ταυτότης της θέσεως αυτής.
«ΠΟΛΙΣ ΣΕΒΑΣΤΙΩΝ ΛΑΜΙΕΩΝ ΜΝΑΣΙΛΑΪΔΑΝ ΠΑΡΑΜΟΝΟΥ ΑΡΕΤΗΣ ΕΝΕΚΕΝ ΚΑΙ ΕΥΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΕΙΣ ΑΥΤΗΝ».
Η πόλις αύτη ήτο επίσημος παρά τοις αρχαίοις διά τά αργυρά αυτής νομίσματα. Τα μόνα διασωθέντα μνημεία της αρχαίας λαμίας εισίν ερείπιά τινα των τειχών της Ακροπόλεως, καθιστώντα μέρος του νεωτέρου, τετραγώνου το σχήμα φρουρίου Ακρολαμίας καλουμένου, και τινα θραύσματα των τειχών της πόλεως, προς τούτοις δε και λείψανα ερειπωμένων τζαμίων και μιναρέδων. Κατέστη δε περίφημος διά την μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων μάχην, συγκροτηθείσαν ευθύς μετά τον θάνατον του Αλεξάνδρου τώ 323 π.Χ. κατά προτροπήν του Δημοσθένους, καθ’ ήν ο Αντίπατρος κατεκλείσθη πολορκούμενος εν τη πόλει ταύτη· αλλά μετ’ ολίγον φονευθέντος του στρατηγού των Αθηναίων Λεωσθένους, οι Μακεδόνες εισβαλόντες εις την πόλιν, ετρόπωσαν τους Αθηναίους και τους συμμαχούντας αυτοίς Αιτωλούς. Ο πόλεμος δε ούτος ωνομάσθη Λαμιακός.
Ο Παυσανίας διηγούμενος την μάχην ταύτην, αποδίδει την ήτταν των Αθηναίων εις την επίβουλον προς τον Αντίπατρον προτροπήν του ρήτορος Δημάδου και των άλλων εν Αθήναις προδοτών. Εν έτει 191 π.Χ. η Λαμία επολιορκήθη υπό του βασιλέως της Μακεδονίας Φιλίππου του Δημητρίου, κατά δε το επιόν έτος οι Ρωμαίοι είλον την Λαμίαν δια του στρατηγού αυτών Μανίου Ακιλίου Γλαβρίου.
Κατά την ΙΔ΄ εκατονταετηρίδα μ.Χ. εκυριεύθη υπό των Καταλανών, και απετέλεσε μέρος του Δουκάτου των Αθηνών υπό τους βασιλείς της Σικελίας, έως ού της Ελλάδος πάσης κατακτηθείσης υπό των Οθωμανών, συγκατεκτήθη και αύτη.

ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΦΥΡΑΝ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ (1821)
Επί της Ελληνικής επαναστάσεως ουδέν αξιοσημείωτον γεγονός έλαβε χώραν εντός της Λαμίας, καθ’ ό κειμένης παρά την Θεσσαλίαν, ήτις εχρησίμευε τότε ως κέντρον των Τουρκικών στρατειών, και επομένοις παρείχε εις τον εχθρόν πάσαν δυνατήν ευκολίαν προς μεταβίβασιν ισχυρών δυνάμεων εναντίον παντός κινήματος των Λαμιέων· άλλως τε της πόλεως κατεχομένης υπό πολυαρίθμων Τούρκων και Αλβανών, ών προΐστατο ο πανίσχυρος Χαλίλ Βέης, και κατοπτευομένης υπό δυσπορθήτου Ακροπόλεως, κειμένης επί λόφου υψηλού και καλώς φρουρουμένης, πάσα θυσία εκ μέρους των Ελλήνων προς εκπόρθησιν αυτής θα απέβαινε ματαία.
Εν τούτοις οσημέραι ενισχυομένου του Ελληνικού αγώνος, και των εχθρών πανταχού της Ελλάδος καταβληθέντων, επέκειτο άφευκτος η καταστροφή των εν τοις φρουρίοις κεκλεισμένων Τούρκων· υπό ταύτης δ’ ελπίδος αναπτερούμενοι οι στρατηγοί των Ελλήνων, καρεδόκουν κατάλληλον ευκαιρίαν, ίνα επιτεθώσι κατά των εν τω φρουρίω της Λαμίας εχθρών. Κατόπιν δε της εν Λεβαδεία μάχης και της αλώσεως του φρουρίου αυτής υπό των ημετέρων, συμβάσης τη 5 Απριλίου 1821, και μετά την ήτταν των εν Πατρατζικίω Τούρκων και την πυρπόλησιν αυτού, ο ατρόμητος Αθανάσιος Διάκος, πληροφορηθείς, ότι ο Κιοσσέ Μεχμέτ Πασσάς και ο Ομέρ Βρυώνης μετά 8.000 στρατιωτών διαβάντες την Πίνδον, εισήλθον διά της Θεσσαλίας εις Λαμίαν, και συνεννοηθείς μετά του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐου και των οπλαρχηγών Δυοβουνιώτου και Πανουργιά, την 22 Απριλίου του 1821 κατέλαβε μετά 500 περίπου λεβαδιτών και Σαλωνιτών την παρά την Λαμίαν θέσιν των Θερμοπυλών, ένθεν έμελλε να διαβή ο εχθρός, ίνα εισβάλη εις τας επαρχίας, τας εντεύθεν των Θερμοπυλών.
Τούτο μαθόντες οι ρηθέντες δύο στρατηγοί Τούρκοι, και άνευ βραδύτητος τινός εξωρμήσαντες εκ Λαμίας μετά 8.000 Αλβανών πεζών και ιππέων διέβησαν διά της θέσεως Λιανοκλάδι τον Σπερχειόν· διαιρεθέντες δε του στρατού εις δύο σώματα, το μεν υπό τον Κιοσσέ μεχμέτ Πασσάν επετέθη κατά των εις θέσιν Χαλκομάτα και το χωρίον Μουσταφάμπεη, παρά τας όχθας του Σπερχειού περικεχαρακωθέντων Επισκόπου Ησαΐου και των δύο προρρηθέντων οπλαρχηγών, το δε άλλο υπό τον Ομέρ Βρυώνην διηυθύνθη κατά του Αθ.  Διάκου, τοποθετημένου όντος επί της Γεφύρας του Σπερχειού. Αρξαμένης δε της μάχης οι Έλληνες επολέμησαν με απαραδειγμάτιστον ηρωϊσμόν, καίτοι περιεζωσμένοι όντες υπό οκταπλασίων εχθρών, στρατηγουμένων υπό των επισημοτέρων Πασσάδων της Τουρκίας. Εν τη συμπλοκή ταύτη ο μεν Επίσκοπος Σαλώνων έπεσε κατά την αρχήν της μάχης, ο δε εφάμιλλος του αρχαίου Λεωνίδου ήρως Αθ. Διάκος ηγωνίσθη γενναίως επί πολλάς ώρας, αλλά τινών μεν των στρατιωτών του φονευθέντων, τινών δε διασκορπισθέντων, εγκατελείφθη μετά 15 μόνον ανδρών επί του εδάφους εκείνου του ηγιασμένου υπό του αθανάτου Λεωνίδου, και παρακινούμενος υπ’ αυτών να υποχωρήση, απεκρίθη ως άλλος Σπαρτιάτης Λεωνίδας «ο Διάκος εδώ θα αποθάνη» και ως μαινόμενος ριφθείς, πυροβολών και σφάζων, διέσπειρε τρόμον εις τον εχθρόν, αλλ’ επί τέλους θραυσθέντος του αιματοφύρτου ξίφους του κατά των επί της γεφύρας συνωθουμένων εχθρών, και πληγωθείς καιρίως κατά τον δεξιόν ώμον, συνελήφθη ζών υπ’ αυτών, οίτινες απαγαγόντες αυτόν αιμάσοντα εις Λαμίαν, αθανάτωσαν διά του βαρβαρικωτάτου θανάτου του ανασκολοπισμού, περί την δείλην της 23 Απριλίου.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΟΛΙΣ
Διεξαχθέντος δε του εθνικού αγώνος, και παγιωθείσης της ελευθερίας των Ελλήνων, η Λαμία απετέλεσε μέρος του Ελληνικού βασιλείου· διά την θέσιν δε, ήν κατέχει επί της Φθιώτιδος, και ως όμορος των τέως Τουρκικών συνόρων, κατέστη μία των οχυρωτέρων πόλεων της Ελλάδος, αριθμούσα περί τας 7 χιλιάδας κατοίκων. Εκτισμένη δε ως προείρηται, εις τους πρόποδας της Όθρυος, έχει μέγαν και λαμπρόν ορίζοντα και προ αυτής το Φθιωτικόν πεδίον με άφθονα και διαυγέστατα ύδατα. Αι οικοδομαί της εισίν άπασαι σχεδόν νεόδμητοι, ωραίαι και μετά φιλοκαλίας εσωτερικής διεσκευασμέναι, αι πλείσται των οποίων έχουσι κήπους, τούθ’ όπερ μαγευτικήν την θέαν καθίστησι.
Η πόλις αύτη είναι έδρα Μητροπολίτου υπό τον τίτλον «Φθιώτιδος και Φωκίδος» και Αρχηγείου της Ανατολικής Ελλάδος·διατέμνεται δε υπό κανονικών οδών, ών αι κεντρικώτεραί εισίν η του Διάκου, η του Υψηλάντου. η του αγίου Νικολάου, η του Αχιλλέως, η του Καποδιστρίου και η της Δεσποίνης· άπασαι δε εισίν αμμολιθόστρωτοι, μετά πεζοδρομίων πλακοστρώτων. Κοσμείται δε υπό δύο ωραίων και δενδροφύτων πλατειών της του Διάκου και της Ελευθερίας, συνεχομένων εις το κέντρον της πόλεως, πέριξ των οποίων υπάρχουσι κομψόταται οικοδομαί, Ξενοδοχεία, Καφφεπωλεία καλώς διεσκευασμένα, και διάφορα εμπορικά Καταστήματα. Την πόλιν επίσης κοσμούσιν αξιόλογοι ιεροί Ναοί, ών ο μεγαλοπρεπέστερος είναι ο τιμώμενος επ’ ονόματι της Ευαγγελιστρίας, παρά τη ετέρα των δύο πλατειών, εφεξής δε ο του αγίου Νικολάου, ο των αγίων Θεοδώρων και ο της Δεσποίνης. Β.Δ. της πόλεως υπέρκειται λόφος, εφ’ ού κείται το φρούριον, Ενετικόν κτίσμα, και εν αυτώ μέγας Στρατών μετ’  αποθήκης υλικού του στρατού.
Κτιρίων δημοσίων και δημοτικών στερείται η πόλις· υπάρχουσιν όμως εν αυτή Γυμνάσιον, 3 Ελληνικά σχολεία, Δημοτικά αρρένων τε και θηλέων, Πρωτοδικείον, Ειρηνοδικείον, Τηλεγραφείον, Ταχυδρομείον, υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης και Τουρκικόν προξενείον. Παρά δε την πόλιν δεικνύεται το μέρος, ένθα κατά την παράδοσιν ανεσκολοπίσθη ο εκ των πρωτομαρτύρων της Ελλ. Επαναστάσεως Αθ. Διάκος· ο χώρος ούτος μέχρι πρό μικρού ήτο εντελώς παρημελημένος (κοινός κοπρών) αλλ’ ο Διοικητής του εν Λαμία συντάγματος Χ. Κατσικογιάννης τιμών την μνήμην του ήρωος, εκκαθάρισε και ηυπρέπισε τον χώρον τούτον υψώσας επ’ αυτού λευκόν τεχνητόν βράχον, εφ’ ού υπάρχει ήδη εγκεχαραγμένον το περίφημον δίστιχον του ήρωος.
          Για δές καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να με πάρη,
          Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάνει η γή χορτάρι.
Εκεί, ένθα νυν εκτείνεται μοσχοβόλον κηπάριον και περί τον βράχον τούτον υπάρχει λευκός σταυρός, κατά πάσαν 25 Μαρτίου τελείται η δοξολογία της επετείου εθνικής εορτής.

ΕΜΠΟΡΙΟΝ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Η Λαμία υπό εμπορικήν έποψιν είναι μία των δευτερευουσών πόλεων της Ελλάδος, διότι δι’ αυτής, ως εκ της τοποθεσίας της, γίνεται αδιάκοπος εις το κράτος εισαγωγή διαφόρων προϊόντων και εμπορευσίμων ειδών της ευφορωτάτης Θεσσαλίας, μεθ’ ής η Λαμία, καθώς και μετ’ άλλων επαρχιών και των Αθηνών, όσον ούπω συνδεομένη διά σιδηροδρομικής γραμμής, θέλει έτι μάλλον ευρύνει τον εμπορικόν αυτής κύκλον.
Η Επαρχία της Λαμίας διατρέφει πάμπολλα ποίμνια βοών και προβάτων, ών γίνεται μεγάλη εξαγωγή. τα κυριώτερα προϊόντα της εισίν, καπνός, αραβόσιτος, σίτος, κριθή, σισάμιον, βάμβαξ, μαλλία, αρνοδέρματα και άλλα διάφορα, άπερ παράγει το εύφορον, και παχύγαιον Φθιωτικόν πεδίον, το οποίον άλλοτε κατά τον χειμώνα κατεκλύζεταο υπό του πλημμυρούντος Σπερχειού.
Οι κάτοικοι ασχολούνται και εις μικράν τινα βιομηχανίαν, οίον την σιδηρουργίαν, βυρσοδεψίαν, σαπωνοποιΐαν και οινοπνευματοποιΐαν, δι’ ής παράγεται μεγάλη ποσότης ποτών καταναλισκομένων καθ’ άπασαν την Ελλάδα.
Ατμοκίνητα βιομηχανικά καταστήματα υπάρχουσι δύο, το μέν εκκοκιστικόν βάμβακος εν Λαμία υπό του κ. Α.Γιαννοπούλου ιδρυθέν, το δε εν Στυλίδι, ιδρυθέν υπό του κ. Κ.Αγαθοκλέους, η υποστήριξις του οποίου οφείλεται εν μέρει εις την συνδρομήν της Κυβερνήσεως και της Εθν. Τραπέζης της Ελλάδος. Το εργοστάσιον τούτο είναι ωκοδομημένον εντός της θαλάσσης μεταξύ προκυμαίας, λιμένος και της πόλεως της Στυλίδος· καταλαμβάνει δε επιφάνειαν 8.500 □ πήχεων, και περιέχει Νηματουργείον μετά 40 εκκοκιστικών του βάμβακος μηχανών, Πιεστήριον υδραυλικόν, Αλευρομύλους, Κλιβάνους κατά Ευρωπαϊκόν σύστημα προς κατασκευήν άρτων, Μανεστροποιείον και Σιδηρουργείον, είς ό κατασκευάζονται τα χρειώδη εργαλεία και αι μηχαναί του εργοστασίου, φέρει δε την επωνυμίαν «Φθιώτις» και εργάζονται εν αυτώ 100 περίπου εργάται και εργάτριαι.
Τα εξαγόμενα εκ του καταστήματος τούτου είδη καθώς και τα λοιπά προϊόντα του τόπου καταναλίσκονται είς τε το εσωτερικόν και το εξωτερικόν. τελούνται δε εν Λαμία δύο εμπορικαί κατ’ έτος πανηγύρεις, η μέν την 23 Απριλίου, διαρκούσα ημέρας 3, η δε την 27ην Αυγούστου, διαρκούσα ημέρας 4, καθ’ άς γίνεται μεγάλη κατανάλωσις παντός είδους προϊόντων. Επί της κατωφερείας λόφου, κατέναντι της πόλεως κειμένου, υπάρχουσι πολλοί κατά σειράν υδρόμυλοι, οι οποίοι φαίνονται ως να κείνται ο είς υπεράνω του άλλου αμφιθεατρικώς, και τους οποίους στρέφει μικρός ποταμός.

ΑΙ ΘΕΡΜΟΠΥΛΑΙ
Από της πόλεως άγει αμαξιτή οδός προς την Όθρυν, υπό την οποίαν κείται η μονή Αντινίτσα· από δε της κορυφής του όρους τούτου κατοπτεύεται, ως εν πανοράματι, άπειρος χώρος από του Ολύμπου μέχρι του Παρνασσού.
Κατ’ αρχάς η οδός διέρχεται διά χειμάρρου καταφύτου υπό ροδοδαφνών· κατόπιν εισέρχεται εις το Φθιωτικόν πεδίον τέμνουσα τα δύο τειχώματα των ορέων Όρθρυος και Οίτης. Η άποψις του χλοάζοντος πεδίου μετά των υπ’ αυτού διαφόρων χωρίων είναι θαυμασία· πλούσιαι δε φυτείαι αραβοσίτων καλύπτουσιν αυτό. μετά πορείαν ¾ της ώρας αφικνείταί τις παρά τας όχθας του ποταμού Σπερχειού, ού η κοίτη περιεβλήθη πρό τινος αδρά δαπάνη υπό επιχώσεων τεχνικών προς περιστολήν των πλημμυρών.
Τάς δύο όχθας του ποταμού τούτου ζευγνύει γέφυρα φέρουσα, τις οίδεν εκ ποίας αιτίας, το όνομα της Αλαμάνας, υπό τα τόξα της οποίας ήρεμα ρέουσι τα θολά ύδατα του Σπερχειού, και την οποίαν η δημοτική ποίησις αρρήκτως συνέδεσε μετά του ηρωϊκού δράματος του Διάκου. Από της Γεφύρας ταύτης και πέραν άρχεται η περιλάλητος γή των Θερμοπυλών, εν ή τ’ άναδρα στίφη των εξ Ασίας επιδρομέων εθραύσθησαν πρό του αθανάτου Σπαρτιάτου Λεωνίδου και των 300 εκείνων γενναίων υπερασπιστών της αειμνήστου διόδου, αποτελουμένης νύν εκ του μεταξύ του όρους Καλλιδρόμου και της αβαθούς θαλάσσης παρά το χωρίον Κουτσέκι. Υπεράνω της τοποθεσίας ταύτης υψούται ο Κολοσσός της οίτης, το απόκρημνον και βραχώδες αυτό τείχωμα το τεθέν εκεί υπό του Δημιουργού ως προπύργιον της ελευθερίας της τότε Ελλάδος κατά των επιδρομέων, ών την δίψαν, ως διηγείται ο πατήρ της ιστορίας Ηρόδοτος, δεν ηδυνήθησαν να κατευνάσωσιν οι Θεσσαλικοί ποταμοί «των εν Αχαΐα ποταμών ρεόντων, ουδέ ώσπερ μέγιστος αυτών εστίν Απιδανός, ουδέ ούτος αντέσχεν ειμή φλαύρος.» Αλλ’ ο χρόνος πόσας μεταλλαγάς δεν επήνεγκεν επί της διόδου ταύτης.
Το μέρος τούτο, ένθα πρό είκοσι πέντε αιώνων το μέγα δράμα της ιστορίας διεξήχθη, ενώ άλλοτε ήτο τόσον στενόν, ώστε πολλαχού μόλις διέβαινεν άμαξα, παραπλεύρως δε χαράδραι και φοβερά βάραθρα ηνοίγοντο με αποκρήμνους κλιτύας ορέων και γιγαντωδών βράχων, όπισθεν των οποίων ωχυρωμένοι οι υπέρμαχοι αυτής ηκόντιζον και ετόξευον τους εχθρούς, τανύν ένεκα των χωματώσεων, των από των ορέων ρεόντων ποταμίων υδάτων και της αποχωρήσεως της θαλάσσης έχει 1800 ποδών πλάτος.
Κατά την εξήγησιν του Ηροδότου το στενόν τούτο κατ’ αρχάς ωνομάζετο «Αι Πύλαι» κατόπιν δε υπό των εγχωρίων μετωνομάσθη «Θερμοπύλαι» ως εκ των εις απόστασιν 500 μέτρων από τας υπωρείας της Οίτης αναβλυζουσών εκ συμπαγούς ασβεστολίθου θειοπηγών, ών τα θερμά ύδατα ετιμώντο το πάλαι ως Ηρακλέους ιερά. Επ’ αυτών ήγειρεν Ηρώδης ο Αττικός θεραπευτικά λουτρά, ών πάν ίχνος εξηφανίσθη. Διά της συγκεράσεως των λιμναζόντων υδάτων μετά των θαλασσίων σχηματίζονται έλη, εκπέμποντα εν ώρα θέρους νοσώδεις αναθυμιάσεις, διό μόνον εν μηνί Αυγούστω επισκέπτονται αυτά οι ασθενείς. Επί δε της οδού της αγούσης από Λαμίαν εις Υπάτην, κειμένην πέραν της δεξιάς όχθης του Σπερχειού, επί στρογγύλου λοφίσκου αναβλύζουσαν απίσης αξιόλογοι θειοπηγαί, αι λεγόμεναι της Υπάτης, εις τας οποίας συρρέουσι πολλοί ασθενείς κατά τους μήνας Μάϊον και Αύγουστον. Τα ύδατα ταύτα εισί μέν διαυγή αλλ’ αντλούμενα αποσυντίθενται και αμέσως θολούνται. Επί της κορυφής του λόφου υπάρχει μεγάλη δεξαμενή, χρησιμεύουσα ως κοινός λουτήρ. Η εν τη δεξαμενή ταύτη και τοις οχετοίς κατακαθιζομένη βρωμιούχος και ιωδιούχος ιλύς έχει ωσαύτως θεραπευτικήν ιδιότητα».



ΕΙΚΟΝΕΣ




 Εικ.1: Άποψη της Λαμίας του 1880. Φωτογραφία τραβηγμένη απ’ το σημερινό Στρατόπεδο Λοχαγού Τσαλτάκη. Εκείνη την εποχή και μέχρι το μεσοπόλεμο εδώ ήταν καπνοχώραφα και το Γυμναστήριο της πόλης. Στην περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου σε τούτα τα χωράφια στεγάστηκαν οι “ανταρτόπληκτοι”. Γυμνοί από δέντρα οι λόφοι της Ακρολαμίας και του Αγίου Λουκά. Διακρίνονται οι εκκλησίες της Αρχοντικής στην πλαγιά του Κάστρου, των Αγίων Θεοδώρων και του Αγίου Νικολάου, άκτιστο ακόμα το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, που σήμερα βρίσκεται στη δυτική ψηλότερη κορφή του λόφου. (Από το βιβλίο: Νικ.Ταξ.Δαβανέλλος, Λαμία: Το χρονικό μιας πόλης, Αθήνα 1994, σελίδα 84).





Εικ.2: “Η Γέφυρα του Σπερχειού. Δρόμος προς τις Θερμοπύλες”. Το μεγαλόπρεπο πετρόχτιστο γεφύρι και δεξιά το χάνι, όπου ταμπουρώθηκαν τα πρωτοπαλήκαρα του Διάκου, Καλύβας και Μπακογιάννης, σε κείνη τη φονική μάχη του ’21. Λιθογραφία του E.Rey στα 1834. (Από το βιβλίο: Νικ.Ταξ.Δαβανέλλος, Λαμία: Το χρονικό μιας πόλης, Αθήνα 1994, σελίδα 49).



ΠΗΓΕΣ