ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος ΣΤ΄


Στο ΣΤ΄ και τελευταίο μέρος των απομνημονευμάτων του ο Δημήτριος Παπανικολάου περιγράφει:
-Την επιστροφή και παραμονή στην περιοχή της Προύσας μετά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα.
-Τη λήψη άδειας τα Χριστούγεννα 1921 και τη μετάβασή του στο Ροβολιάρι Μακρακώμης.
-Την επιστροφή του στη Μικρά Ασία.
-Τη μετάβασή και παραμονή του στην Ανατολική Θράκη λόγω της συμμετοχής του στο εκστρατευτικό σώμα που σχηματίσθηκε για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
-Τη μεταφορά του από τη Ραιδεστό στην περιοχή Σμύρνης για ενίσχυση του υποχωρούντος ελληνικού στρατού.
-Την τελευταία μάχη που δόθηκε σε ενέδρα του Αποσπάσματος Πλαστήρα κοντά στα Αλάτσατα.
-Την αναχώρηση από τη Μικρά Ασία και την εγκατάσταση στη Μυτιλήνη.
-Την αναχώρηση από Μυτιλήνη και επιστροφή στο Ροβολιάρι.
Ως ιστορική πηγή το κείμενο αποκτά ιδιαίτερη αξία διότι ο Δημήτριος Παπανικολάου υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τελευταίας μάχης που δόθηκε στη Μικρά Ασία αλλά και του κανονιοβολισμού από ελληνικό πολεμικό, του πλοίου που μετέφερε τον Νικόλαο Πλαστήρα στη Χίο λόγω της ανυπακοής του να μεταβεί στη Μυτιλήνη.
Κλείνοντας ευχαριστούμε θερμά και πάλι τον απόγονό του Αναστάσιο Παπανικολάου για την παραχώρηση προς δημοσίευση του κειμένου των απομνημονευμάτων.
Ακολουθεί το κείμενο:

Επιστροφή στο Εσκί Σεχίρ
Με τα πολλά φτάσαμε στο Εσκή Σεχίρ, το Δορήλεο και στήσαμε προφυλακές εκεί. Μόνιμες προφυλακές στήσανε και οι Τούρκοι αντίκρυ μας αλλά μικρές δυνάμεις και φοβιτσιάριδες. Με το παραμικρό ενός πυροβολισμού χανόντουσαν. Απορώ ακόμα με την τόσο υπεροχή του στρατού μας και τα ανάλογα μέσα που διαθέταμε δεν έπρεπε να πάθουμε τέτοια γκάφα. Έπρεπε η προπαγάνδα να αγρυπνή και να μην ντροπιαστούμε στο τέλος αντί να καρποθούμε τους κόπους μας και τις θυσίες μας…
Εμένα με αποσπάσανε στα μεταγωγικά του Λόχου μαζί με όλα τα Τάγματα κοντά στις προφυλακές και τα παρατηρητήρια του πυροβολικού. Πήγαινα κάθε μέρα και κοίταζα μακρυά με τα τηλέμετρα και έβλεπα τους ρακένδυτους Τούρκους.
Εκεί σε ένα τούρκικο χωριό, που ήτανε γιουρούκιδες (Εικ.1) βλάχοι, βρήκαμε άδεια σπίτια και βάλαμε και τα ζώα μέσα. Τα σπίτια ήτανε σκεπασμένα με χώμα. Και μόλις είχανε αλωνίσει και κρύβοντας τα σιτάρια τους είχανε σκάψει και κάνει αμπάρια. Τα είχανε αλείψει με σβονιά για να είναι στεγανά. Τους βρήκε ο στρατός. Σφάζανε τα ζώα και βράζανε και τρώγανε. Εγώ λυπόμουνα και δεν τους επέτρεπα.
Μείναμε εκεί ένα μήνα χωρίς ενόχληση. Μας ορίσανε τομέα πάλι προς τ’ αριστερά της Μπρούσης, σε μία πόλη το Σεϊγκούν [τουρκ. Söǧüt] [1] (Εικ.2). Πολύ έφορο μέρος. Είχε και Γεωπονική Σχολή. Με πήρε διερμηνέα πάλι ο Ταγματάρχης Κατσαρέλης[2] έφιππο, διότι κάναμε εκδρομές σε διάφορα χωριά.

Οι Τσερκέζοι
Εκεί ήτανε και μία οργάνωση Τούρκων Τσερκέσιδων, όλοι έφιπποι. Η καταγωγή τους ήτανε από τη Ρωσία και σχημάτισαν σώμα εναντίον του Κεμάλ συνεργαζόμενοι μ’ εμάς. Γυρίζαμε τα χωριά και συζητούσαμε διά κοινή δράση. Μας ζητάγανε όπλα αλλά εμείς πάντα επιφυλακτικοί. Διότι δεν ξέραμε τι μαγειρεύουν. Πάντος σε μία καταδίωξη των Κεμαλικών βοήθησαν και αυτοί.
Περάσαμε το χειμώνα 1921-22 εκεί. Σε λίγο με στείλανε φυλάκιο στη θέση Αυγή με τα πολυβόλα. Εκεί κοντά ήτανε ένα τουρκικό χωριό καρβουνιάρικο. Κονόμησα δύο σόμπες και περνάγαμε καλά. Κάθησα ένα μήνα εκεί χωρίς καμιά ενόχληση. Εάν θέλανε, το φυλάκιο που είχα εγώ, προκεχωρημένο, μπορούσαν να μας εξουδετερώσουν τη νύχτα πολύ καλά. Αλλά αυτοί διοργάνωναν την άμυνά τους.
Με αντικατέστησαν από εκεί και κατέβηκα πάλι στο Λόχο που απείχε μία ώρα. Κατεβαίνοντας σε μικρούς θάμνους διακρίναμε πολύ καλά και στολές στρατιωτών που σκοτώθηκαν κατά τη μεγάλη μάχη που είχε γίνει προ καιρού από άλλα στρατεύματά μας, όταν εγώ είχα απολυθή[3]. Κατέβηκα στο Λόχο και πήγα πάλι στο γραφείο. Στο προκεχωρημένο φυλάκιο με στείλανε ως Διοικητή δεκανέα διότι ήξερα απταίστως την τουρκική δια να συλλέγω πληροφορίες από το κοντινό τουρκικό χωριό.

Άδεια Χριστουγέννων 1921
Έμενα στο γραφείο κάνοντας το διερμηνέα σε ότι χρειαζότανε ο Λόχος από τους Τούρκους. Συνάμα βοηθούσα τον συτιστή. Τότε κατά καλή μου τύχη ήλθε διαταγή να χορηγήσουνε άδειες σε δέκα στρατιώτες κάθε Λόχου ενός μηνός. Σας ομολογώ ότι είχα επιβολή στο Λόχο που εκτός τον εαυτό μου πρότεινα και κάτι φίλους μου και τους πήρα άδεια.
Πήραμε λοιπόν την άδεια παραμονή Χριστουγέννων 1921. Πήραμε το τραίνο κοντά στο Εσκί Σεχίρ και φθάσαμε Αφιόν Καραχεσάρ (Εικ.3), πόλη ωραία με καινούργια νοσοκομεία. Εκεί σταματήσαμε το βράδυ και πήγα και αντάμωσα τον εξάδελφό μου Γιώργο Ζαγκοβά. Μείναμε το βράδυ και το πρωΐ φύγαμε για τη Σμύρνη. Σ’ ένα άλλο σταθμό συνήντησα τον μετέπειτα μπατσανάκη μου Γιάννη Παναγιώτη. Μόλις ήλθε από την Αμερική και κουρασμένος. Μόλις του είπα πως πάω με άδεια μου λέγει:
-Μπράβο σου που τα κατάφερες!
Φθάσαμε στην ωραία Σμύρνη, Ελληνικώτατη πόλη. Από κει στον Πειραιά, στο τραίνο και στη Λαμία. Με μία άμαξα στη Μακρακώμη και μετά ποδαρόδρομο στο Ροβολιάρι. Τους φάνηκε παράξενο που πήγα! Εκεί βρήκα την κορούλα μου την Κατίνα 8 μηνών μικρή, την Βάσω τη γυναίκα μου, τη μητέρα μου και τη Ζωΐτσα. Ο Φώτης ήταν ακόμη στο νοσοκομείο των Αθηνών τραυματίας στο γόνατο, πήγε καλά. Εγώ δεν χόρταινα το πρώτο μας παιδί την Κατίνα. Την κουβαλούσα όλες τις μέρες που ήμουνα στο χωριό στα χέρια μου.

Από την Αθήνα στη Μικρά Ασία
Πέρασε ο μήνας με την άδειά μου και ετοιμαζόμουνα πάλι για τη Μικρά Ασία στο τμήμα μου. Κατέβηκα στην Αθήνα, πήγα στη θεία μου την Ελένη. Κατοικούσε στην Πλάκα κοντά στην πλατεία σ’ ένα πενιχρό δωμάτιο στην αυλή ενός άλλου σπιτιού. Ήτανε η καημένη πολύ θλιμένη. Προ ολίγου καιρού της είχε πεθάνει το παιδί της ο Βασίλης από βασανιστήρια Βενιζελικών. Κοιμήθηκα εκεί δύο βραδιές.
Μετά πήγα στον παπά το γιό της, παπα-Μάρκο εξάδελφό μου. Έμεινα εκεί χωρίς να παρουσιασθώ στο Φρουραρχείο μήπως μπορούσα να κρατηθώ στην Αθήνα. Πήγα και στον τότε Υπουργό Χατζίσκο[4], κάτι μου υποσχέθηκε αλλά τίποτε. Αναγκάσθηκα και παρουσιάσθηκα στο Φρουραρχείο στον Πειραιά. Με προσκόλησαν στο Λόχο διερχομένων. Εκεί δεν γνώριζε το σκυλί τον αφέντη. Παίρναμε το συσίτιο και φεύγαμε μέχρις ότου συμπληρωθή η αποστολή. Όταν επρόκειτο για αποστολή, όσοι πήγαιναν για συσίτιο κλείνανε τις πόρτες και τους δίνανε φύλλο πορείας και αμέσως στο πλοίο. Εμένα δεν με είχανε γραπώσει ακόμη. Εκεί βρήκα και τον Κώστα Ραγιά από τη Ρεντίνα καθώς και τον Κούλια Τοπτσή.
Όταν μετά την αποστολή παρουσιάσθηκα με όρισε ο Επιλοχίας αρχιφύλακα του Φρουραρχίου διά μόνιμον, επειδή ήμουνα και μεγάλης ηλικίας να μην με στείλη στην Σμύρνη. Πήγα και ανέλαβα με έξη στρατιώτες. Φυλάγαμε βάρδια. Εγώ το πρωΐ στεκόμουνα στην πόρτα ως που να περάσει ο Φρούραρχος να μου δίνει διαταγές. Όταν περνούσε απάνω, μου έλεγε να μην αφήσω κανένα να ανέβη και τον ενοχλήσει. Ερχότανε πολλοί για ρουσφέτια να κρατήσουν κανένα δικό τους στο εσωτερικό να μην πάνε στο μέτωπο και αυτό έκαναν. Και όταν τα βράδυα πηγαίνανε στο σπίτι του και του λέγανε πως δεν τους άφηνε το πρωΐ παίρναγε με θυμό και μου έλεγε γιατί τον άφησα τον τάδε. Του έλεγα πως κατά διαταγή σου. Αυτό συνέβενε κάθε μέρα όσπου βαρέθηκα. Πήγα στον Επιλοχία και πήρα το φύλλο για τη Σμύρνη στο Λόχο προσκολήσεως όπου Λοχίας διμοιρίτης ήτανε ο Αθανάσιος Δανιήλ από την Τσούκα καθώς και ο Σακκάς Κωνσταντίνος. Έμεινα και εκεί λίγες μέρες και κατόπιν πήγα στο Σύνταγμά μου 2/39 ευζώνων. Το βρήκα πάλι στο ίδιο μέρος που το είχα αφήσει. Μόλις με είδανε όλοι χαρήκανε που ξαναπήγα και δεν έμεινα στο εσωτερικό ως κουραμπιές.

Στη Σηλυβρία
Ήτανε άνοιξη του 1922 και ο Στρατηγός Χατζηανέστης ετοίμαζε σώμα για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως. Βγάλανε ένα Τάγμα από ένα Σύνταγμα καθώς και το δικό μου. Κατεβήκαμε στα Μουδανιά και από κεί με πλοίο στην Καλλίπολη (Εικ.4). Εκεί συγκεντρώθηκαν όλα τα τμήματα. Μας φέρανε καινούργιο ιματισμό και προχωρήσαμε προς τη Συλίβρια (Εικ.5) κοντά στην Πόλη. Τα σχέδια όμως ανετράπησαν διότι δεν υπελόγισαν καλά τα πράγματα. Το Επιτελείο έλεγε μόνον το καθημερινό δελτίο «Μέτωπο Δωρυλαίου ηρεμία».

Η καταστροφή-Στα Βουρλά
Οι Τούρκοι οργανώθηκαν και ετοιμάζονταν για επίθεση. Οι δικοί μας κοιμόντουσαν. Ώσπου μια ωραία μέρα άρχισαν την επίθεση από όλο το μέτωπο. Δεν μπόρεσαν να αντισταθούν καθόλου. Άρχισαν την υποχώρηση αλλά οι Τούρκοι τους υπερφαλλάγγησαν και κατόρθωσαν να αιχμαλωτίσουν σχεδόν όλο το σώμα πλήν το Σύνταγμα του Πλαστήρα. Πολλοί μπόρεσαν και φύγανε διά νυκτός κατά ομάδες και όσοι πρόλαβαν αντάμωσαν τον Πλαστήρα, ο οποίος κατώρθωσε και έφτασε στην Σμύρνη.
Εν τω μεταξύ μας αρπάζουν πάλι εμάς από την Ραιδεστό (Εικ.6) και μας φέρνουν για ενίσχυση στη Σμύρνη. Μόλις πλευρίσαμε χύμησαν όλοι οι ρακένδυτοι λιποτάκτες, άοπλοι και ξυπόλητοι να μπούνε μέσα στο πλοίο. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ταγματάρχης διέταξε το πλοίο και προχώρησε προς τα Βουρλά (Εικ.7,8,9). Εκεί διατάζουνε οι αξιωματικοί να κατέβουμε αλλά κανένας δεν έκανε την αρχή βλέποντας την κατάσταση της Σμύρνης. Είτανε χιλιάδες λιποτάκτες, γυμνοί και ξυπόλητοι.
Φωνάζανε διαρκώς:
-Κατεβήτε!..κανένας….
Εγώ καθόμουνα κοντά στην σκάλα που είχα επιβιβασθεί μαζί με τα καζάνια διότι πάλι τότε ήμουν συσιτιάρχης. Έρχεται ένας αξιωματικός με το πιστόλι στα χέρια και μου λέγει:
-Σήκω πάνω Δεκανέα και κάνε την αρχή!
Τι να έκανα μήπως του καιγότανε καρφί που θα έχανε μια σφαίρα; Αναγκάσθηκα και κατέβηκα. Ακολούθησαν έπειτα όλοι χωρίς να μπορέσω να πάρω τίποτε από τα πράγματά μου καθώς και όλοι οι στρατιώτες[5]. Νύχτωσε και διασχίζοντας το χωριό να πιάσουμε την δημοσιά προς τα Αλάτσατα (Εικ.10).
Άρχισαν οι χωριανοί Βουρλιώτες να μας βρίζουν από τα παράθυρα και να μας λένε:
-Τι θέλετε και ήρθατε; Για να μας καταστρέψεται; Ήμασταν πολύ καλά με τους Τούρκους. Τώρα θα μας καθαρίσουν όλους.
Και πράγματι όταν έφτασαν οι Τούρκοι σκοτώσανε πολλούς.

Η τελευταία μάχη κοντά στα Αλάτσατα
Βαδίσαμε λοιπόν. Πιο πέρα από το χωριό βγάλαμε πλαγιοφυλακές να προφυλαχτούμε από τα άτακτα στίφη που ερχότανε σουρτά κατά χιλιάδες. Πίσω τους ερχόντανε ο Πλαστήρας, συντεταγμένος. Ανταμώσαμε μαζί όλοι και βαδίσαμε προς τα Αλάτσατα. Φθάνοντας λοιπόν σε ένα στρατηγικό μέρος που είτανε μια κοιλάδα, λέγει ο αείμνηστος και θαραλέος Συνταγματάρχης Πλαστήρας:
-Παιδιά! Εδώ πρέπει να τους δώσουμε το τελευταίο μάθημα για να μας θυμούνται!
Ήρθαν λοιπόν τμήματα και κατέλαβαν τις πιο στρατηγικές θέσεις. Τα πολυβόλα εφοδιασμένα με πολλά κιβώτια πυρομαχικών. Τους άφησαν λοιπόν και μπήκανε μέσα στην κοιλάδα. Μόλις φθάσανε σε απόσταση βολής άρχισαν οι ομοβροντίες. Και βούϊζε ο τόπος από τους κρότους. Όσοι ήτανε εμπροσθοφυλακή δεν γλύτωσε κανένας!
Έτσι τους εκδηκήθηκε για τελευταία φορά ο μαύρος καβαλάρης που τον είχαν ονομάσει. Αυτό θα πεί ανδρία και αυτοθυσία από Έλληνα αξιωματικό σαν τον Πλαστήρα, που κατόρθωσε και έφερε όλο το Σύνταγμά του μέχρι και τον Τσεσμέ (Εικ.11). Και να επιβιβάση στο πλοίο και τον τελευταίο δραπέτη του μετώπου! Ενώ ολόκληρο Σώμα παρεδώθη και αιχμαλωτίσθηκε με χιλιάδες στρατό…[6]

Η εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας και η προσπάθεια εκφοβισμού του Πλαστήρα από το ελληνικό στρατηγείο
Προχωρήσαμε λοιπόν με τον Πλαστήρα μαζεύοντας όλα τα υπολοίματα των ατάκτων. Φθάσαμε στα Αλάτσατα όπου είχανε έρθει πολλά πλοία και μαούνες. Μεταφέρανε το στρατό στα απέναντι νησιά Χίο και Μυτηλήνη. Πριν επιβιβαστούμε εμείς οι μάχιμοι, σκοτώσαμε όλα τα άλογα, κάψαμε και τα αυτοκίνητα να μην περιέλθουν στον εχθρό.
Μπήκαμε τελευταίοι στο πλοίο. Ο Πλαστήρας σε άλλο και εμείς σε άλλο. Διατάσσουν λοιπόν τον Πλαστήρα να πάη για Μυτηλήνη. Αυτός δεν άκουγε και τράβαγε για Χίο (Εικ.12). Τον διατάσσει με τον ασύρματο το Στρατηγείο:
-Τράβα για Μυτηλήνη αλλιώς θα σε βυθίσουμε!
Και λέγει:
-Δεν με σκότωσαν οι Τούρκοι, σκοτώστε με εσείς!
Και του ρίχνουν δύο οβίδες προς εκφοβισμόν αλλά εν τέλει πήγε στην Χίο που ήθελε[7]. Εκεί έκανε την επανάσταση. Και όταν ήλθε στην Αθήνα τους καθώρισε τριανδρία, Πλαστήρας Γονατάς.

Στη Μυτιλήνη, Πειραιά και Ροβολιάρι
Εμείς πήγαμε στη Μυτηλήνη (Εικ.13) όπου μείναμε εκεί ένα μήνα. Εγώ έστεισα πάλι τα καζάνια και έφτιαχνα συσίτιο. Περιμέναμε διαταγή τι θα γίνουμε, τίποτε. Ώσπου, όσοι είχανε λεπτά μπαίνανε στα πλοία χωρίς καμμιά ενόχληση και φεύγανε για τον Πειραιά. Το ίδιο κι εγώ! Απαρατάω τα καζάνια και φεύγω για τον Πειραιά με ένα Εγγλέζικο παπόρι αλλά όχι με μεγάλη τρικυμία. Το πλοίο μικρό και παραλίγο να πνιγούμε. Με έπιασε και η θάλασσα και ήμουνα σαν τρελλόκοτα. Για μια στιγμή ακούω το μεγάφωνο να φωνάζη:
-Καθήστε κάτω μην μετακινείστε πότε εδώ και πότε εκεί, πνιγόμαστε!
Τότε κι εγώ που δεν ήξερα καθόλου κολύμπι αγγάλιασα ένα κάβο και περίμενα την τύχη, αφού δεν ήξερα κολύμπι. Εν τέλει κακώς έχοντος φθάσαμε στον Πειραιά. Όταν αποβιβαστήκαμε κάναμε σαν τρελλόκοτες, τρίκλυζαν τα πόδια μας.
Αμέσως ανέβηκα στην Αθήνα και πήγα και βρήκα τον αδελφό μου Φώτη. Είχε αναρώσει από το τραύμα του και βρισκότανε στην Στέγη Πατρίδος, Ίδρυμα που περιέθαλπτε με φαγητό και ύπνο τους αναρωνίοντας τραυματίες.
Μείναμε εκεί ολίγες ημέρες και κατόπιν αναχωρήσαμε μαζί δια το χωριό μας το Ροβολιάρι.

ΤΕΛΟΣ



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ



[1] Το Söǧüt πριν το 1231, έτος κατάκτησής του από τους Σελτζούκους, ονομαζόταν Θηβάσιον. Για το Θηβάσιο αναφέρονται τα εξής:
«ΘΗΒΑΣΙΟΝ
Η παρά τοις Βυζαντινοίς συγγραφεύσι παλαιά Ελληνίς πολίχνη της Φρυγίας Θηβάσιον, κειμένη παρά την δεξιάν όχθην του Σαγγαρίου (Σακκαρία) ποταμού, του ορίζοντος την Φρυγίαν από της Βιθυνίας κατά τινας των παλαιών συγγραφέων, απέχουσα δε ως 10 ώρας από Δορυλαίου [Εσκή Σεχέρ] προς ανατολάς, υπήρξεν η πρώτη κοιτίς ή αρχή του Οθωμανικού Κράτους, [ως είπομεν εν τη περί των Οθωμανών Σουλτάνων εκθέσει του προηγουμένου αριθμού της Ιωνικής Μελίσσης], παραχωρηθείσα περί τα τέλη της δεκάτης τρίτης εκατονταετηρίδος υπό του τελευταίου Σουλτάνου της μωαμεθανικής του Ικονίου ηγεμονίας, [εκτεινομένης μέχρι του Σαγγαρίου προς δυσμάς], εις τον Ερθόγρυλον, πατέρα του Οθωμάνου ή Οσμάνου, του θεμελιωτού της Οθωμανικής Μοναρχίας, διά κατοικίαν και απόλαυσιν αυτού τε και των περί αυτόν Τούρκων. Αποθανόντα δε έπειτα εν Βυζαντίω, όπου ήτο φυγάς, τον Σουλτάνον εκείνον, λεγόμενον Αλαδίνον, διεδέχθη ο στρατάρχης αυτού Οσμάνης ο Ερθογρύλου, μη αντιποιουμένου της ηγεμονίας άλλου τινός ικανωτέρου μουσουλμάνου εν μέσω των Ταταρικών προσβολών και των δικαίων αντιποιήσεων του χριστιανικού Βυζαντίου, εις του οποίου την κυριαρχίαν ανήκε πρότερον πάσα η Μικρασία.
Το Θηβάσιον λέγεται νυν υπό των Οθωμανών κατά τον Κράμμερον και τον Χάμηρον Σογούτ-σου, τουτέστιν Ιτέας ύδωρ, ίσως ένεκα πηγής τινός αυτόθι, σκιαζομένης υπό του δένδρου τούτου. Εν Θηβασίω υπάρχει και ο τάφος του Οσμάνου, του πρώτου των Οθωμανών Σουλτάνων, τον οποίον επισκέπτονται πολλάκις οι Οθωμανοί χάριν ευλαβείας. Η πολίχνη έχει σήμερον μόλις 80 οικογενείας χριστιανών ορθοδόξων, γεωπόνων και εμπόρων, και άλλων τόσων περίπου μουσουλμάνων.
ΔΕΙΝΑΓΟΡΑΣ».
[2] Πρόκειται για τον Ταγματάρχη Κατσαρέλη Σπήλιο του Ηρακλέους, ο οποίος ήταν διοικητής του Ι Τάγματος του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων από τις 15 Ιουλίου 1921 (βλέπε: Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, τόμος 5ος, μέρος Β΄, Αθήναι 1963, σελίδα 287).
[3] Εννοεί μάλλον τη μεγάλη μάχη του Ιν-Εϋνού (Ινονού, τουρκ. İnönü). Η πρώτη στις 11 Ιανουαρίου και η δεύτερη στις 27 Μαρτίου 1921).
[4] Εννοεί τον πολιτικό των αρχών του 20ου αιώνα Δημήτριο Χατζίσκο, εγγονό του γνωστού Δημητρίου Χατζίσκου. Χρημάτισε στην κυβέρνηση Νικολάου Στράτου (3 Μαΐου-9 Μαΐου 1922) Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και στην κυβέρνηση Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (9 Μαΐου-28 Αυγούστου 1922) που ακολούθησε Γενικός Διοικητής Ηπείρου.
[5] Ο Δημήτριος Γ. Παπανικολάου επιβεβαιώνει την άρνηση των ανδρών της εφεδρικής Μεραρχίας Πολυμενάκου να αποβιβασθούν στη μικρασιατική γη.
[6] Ο Δημήτριος Γ. Παπανικολάου επιβεβαιώνει το ιστορικό γεγονός της τελευταίας μάχης που δόθηκε στη Μικρά Ασία. Τη μάχη-ενέδρα περιγράφει γλαφυρά ο Γιάννης Καψής στο βιβλίο του Χαμένες πατρίδες, όπως την διηγήθηκε ο ίδιος ο Νικόλαος Πλαστήρας:
«Η τελευταία μάχη
Πριν λίγα χρόνια ακόμη ένας νοσταλγός, ένας από τις χιλιάδες των νοσταλγών των Χαμένων Πατρίδων, επέστρεψε στον Τσεσμέ, ήθελε να κάνει ένα ευλαβικό προσκύνημα στην ιωνική γη. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα η σκέψη πέταγε σε άλλες εποχές όταν ο κάμπος έσφυζε από ζωή όταν τ’ αμπέλια τρυγούσαν λυγερόκορμες κοπέλες τραγουδώντας τα τραγούδια της Φυλής μας. Τώρα θάλεγες κι ο κάμπος είχε νεκρωθεί, μόνο κάποια βοϊδάμαξα, πού και πού, θύμιζε ότι η εύφορη γη δεν ήταν ακατοίκητη. Ακόμη κι αυτή η Σμύρνη δεν είχε κατορθώσει να βρει την παλιά της ζωή. Ήταν θλιβερές οι σκέψεις, μια βαρειά νοσταλγία πλάκωνε τα στήθη. Αλλ’ ο Τούρκος σωφέρ δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί το δράμα του επιβάτη του. Μουρμούριζε τον αμανέ του βαριεστημένα.
Έξαφνα, όμως, φρενάρησε απότομα. Είχαν φθάσει στο Σταυρό, εμπρός σε μια αναμνηστική στήλη. Ο Τούρκος οδηγός πήδησε από το αυτοκίνητο και φώναξε τον επιβάτη — δεν γνώριζε την εθνικότητα του — να κατέβει. Ήθελε να του εξηγήσει τι ήταν η αναμνηστική εκείνη στήλη:
-Εδώ, είπε με καμάρι ο Τούρκος, έδωσε ο Στρατός μας την τελευταία μάχη για την ελευθερία μας... Να... Το γράφει... Την 9η Σεπτεμβρίου του 1922 η μεραρχία του Ιππικού έδωσε την τελευταία μάχη κατά των Ελλήνων. Σκοτώθηκαν 147 ιππείς...
Αυτά περίπου έγραφε η στήλη, που υπάρχει πάντοτε εκεί για να θυμίζει την τελευταία μάχη του μικρασιατικού πολέμου. Κι ο Τούρκος οδηγός σαν κάποιος εφιάλτης να τάραζε τη σκέψη του, συνέχισε:
-Πολέμησε σκληρά το Σαϊτάν Ασκέρ... Αν δεν ήταν αυτοί...
Ο ξένος, ο νοσταλγός, έκανε το προσκύνημα του στο Τσεσμέ, στον γιαλό της Αγίας Παρασκευής. Δεν έμεινε όμως ικανοποιημένος, δεν ένιωσε ότι είχε εκπληρώσει την αποστολή του. Από τη στιγμή, που είδε την αναμνηστική εκείνη στήλη ένιωθε πως δεν θα είχε ολοκληρώσει το προσκύνημα του, αν δεν έσφιγγε το χέρι, αυτού που διηύθυνε το Σαϊτάν Ασκέρ στην τελευταία εκείνη μάχη.
Κι άκουσε από τα χείλη του Πλαστήρα τις λεπτομέρειες της.
Κι η τελευταία προσπάθεια άμυνας κάποιας συγκροτημένης υποχώρησης είχε εγκαταλειφθεί. Ο αρχιστράτηγος Πολυμενάκος σκέφθηκε προς στιγμή ν’ αντιτάξει άμυνα στο λαιμό της χερσονήσου της Ερυθραίας. Οι δυνάμεις, που διέθετε, ήταν περισσότερο από αρκετές. Δεν υπήρχε, όμως, ο ηγέτης, που θα κατόρθωνε να ανασυγκροτήσει τη μάζα των υποχωρούντων. Ο νέος αρχιστράτηγος διόρισε αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του, τον στρατηγό Φράγκου διοικητή του Νότιου Συγκροτήματος και τους συνταγματάρχες Γονατά και Δέδε διοικητές των δυο ανύπαρκτων Σωμάτων Στρατού. Πολύ γρήγορα, όμως αντιλήφθηκε ότι κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη. Άλλωστε και ο ίδιος δεν κατόρθωσε να επιβληθεί στους άνδρες της εφεδρικής Μεραρχίας, που είχε φέρει μαζί του.
Έμεναν μέσα στα πλοία, αρνούμενοι ν' αποβιβαστούν, έστω και για να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα, να διευκολύνουν την επιβίβαση των κατακερματισμένων μονάδων. Και στις 27 Αυγούστου διέταξε όπως οι μονάδες του Νότιου Συγκροτήματος «διά συντόνων πορειών» φθάσουν στο λιμάνι του Τσεσμέ, για να επιβιβαστούν στα καράβια. «Διά συντόνου πορείας», που σημαίνει, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Τι τραγωδία!.........
Το πρωί της 28ης Αυγούστου το 5/42 έφθασε στον Σταυρό εκεί που ο δρόμος χωρίζει προς τον Τσεσμέ………….
Στιγμές μεγαλείου
Και μέσα στην καταχνιά του πρωινού φάνηκαν οι Τσέτες του Μπεχλιβάν..……..
Ο Πλαστήρας είδε τους Τσέτες. Ήταν συντριπτική αριθμητικά η υπεροχή, ήταν ψυχωμένοι από την ανέλπιστα μεγάλη νίκη τους, είχαν ξαποστάσει στη Σμύρνη. Η σωφροσύνη θα του επέβαλλε, ίσως, να υποχωρήσει αλλά τότε ούτε ένας από τους πρόσφυγες δεν θα διασωζόταν, οι Τσέτες θα έφθαναν στην αποβάθρα του Τσεσμέ πριν από τον Στρατό μας. Κι αποφάσισε να δώσει μια ακόμη μάχη.
Οι άνδρες του 5/42, με γρήγορες κινήσεις, σχημάτισαν ένα μεγάλο πέταλο κι «ελούφαξαν», έμειναν ακίνητοι, περιμένοντας τους Τούρκους να πέσουν στις κάνες των όπλων τους. Είχαν διαταγή να μη πυροβολήσουν, αν ο Πλαστήρας δεν έδινε το σύνθημα, πυροβολώντας- πρώτος. Πειθαρχικοί, εμπειροπόλεμοι, έβλεπαν τους Τούρκους να πλησιάζουν κι έμεναν ακίνητοι. Πολλοί άκουγαν τις αναπνοές τους, αισθάνθηκαν τη μυρωδιά των αλόγων τους. Κι όμως δεν πυροβόλησαν. Λίγο ακόμη κι οι Τσέτες θα είχαν πέσει στον κλοιό τους. Αλλ’ ένας λοχίας έτρεμε από τη λύσσα του. Είχε δει τους Τσέτες να σφάζουν γυναικόπαιδα και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί — έσφιγγε το όπλο του, δάγκωνε τα χείλη του για να μη φωνάξει και προδοθεί. Κι έξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Σχεδόν αμέσως ένας καταιγισμός πυρός σάρωσε τους Τούρκους. Οι θάμνοι άναψαν, τα πολυβόλα κελάηδησαν ανατριχιαστικά. Η κοιλάδα αντήχησε στο βογγητό των πληγωμένων. Οι Τούρκοι ξαφνιάστηκαν πήδησαν από τ’ άλογα κι έτρεξαν να καλυφθούν — θέλησαν να πιάσουν μετερίζια και να πολεμήσουν. Δεν γνώριζαν ακόμη ότι είχαν απέναντι τους το «Σεϊτάν Ασκέρ». Αλλά, μετά τον πρώτον αιφνιδιασμό, οι Τσολιάδες δεν κρατήθηκαν — δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει κανείς ούτε ο Πλαστήρας. Οι λόγχες σύρθηκαν και πάλι από τις θήκες τους. Και για μια ακόμη φορά — την τελευταία — όπως τότε σε μια εποχή που φαινότανε τόσο μακρινή, ακούστηκε η λεβέντικη κραυγή: «Αέρα...». Ο λόγγοι ξαφνιάστηκαν, τα βουνά συγκλονίστηκαν, σκίρτησε η ιωνική γη. Τι είχε συμβεί; Επέστρεφαν οι Έλληνες; Ήταν, λοιπόν, ένας τρομερός εφιάλτης η καταστροφή; Οι καμπάνες θ’ αντηχούσαν και πάλι χαρμόσυνα; Αλίμονο. Δεν ήταν εφιάλτης η καταστροφή — ήταν η πραγματικότητα Όνειρο, τόσο νοσταλγικό, αλλά και τραγικό συνάμα, ήταν η πολεμική κραυγή των Τσολιάδων μας — ένα όνειρο, που σαν διαλύθηκε, άφησε στο πεδίο της μάχης 147 Τούρκους νεκρούς.
Έφυγαν οι Τσέτες, έφυγαν τρομοκρατημένοι, πανικόβλητοι πήδησαν στ’ άλογα τους κι άλλοι έφυγαν τρέχοντας. Επέστρεψαν ασθμαίνοντας στη Σμύρνη για να ρίξουν καινούργιο λάδι στο καντήλι του θρύλου, που θα καίει αιώνια. Είναι θρύλος, που αφηγείται η αναμνηστική στήλη, εκείνη, που υπάρχει μέχρι σήμερα στο Ζέγκουϊ — τον Σταυρό.
Κι ο Πλαστήρας τέλειωσε την αφήγηση του μ’ ένα παράπονο:
-Αχ, μωρέ... Αν δεν βιαζότανε εκείνος ο λοχίας, θα τους είχα πιάσει όλους ζωντανούς».
Αποσπάσματα από σελίδες 296,297,299,300. Σχετικά με το τοπωνύμιο Σταυρός (αντί του ορθού Χριστός, τουρκ. Uzunkuyu Köyü) βλέπε τα σχόλια στην ανάρτηση: Η τελευταία μάχη του Πλαστήρα στον Τσεσμέ.
[7] Ο Δημήτριος Γ. Παπανικολάου επιβεβαιώνει εδώ το γεγονός του κανονιοβολισμού του πλοίου που μετέφερε τον Πλαστήρα και το απόσπασμά του στη Χίο, το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο-ύμνο προς τον Πλαστήρα: Γιάννη Στρατηγάκη, Νικόλαος Πλαστήρας, ο Άνθρωπος και ο Έλλην, Αθήναι 1952, σελίδες 104 και 105:
«…Για να πληροφορηθή η νέα ελληνική γενεά το μίσος, που έτρεφε ο αντιβενιζελισμός της εποχής εκείνης εναντίον κάθε πατριωτικής πράξης, η οποία προερχόταν από την αντίπαλό του πολιτική παράταξη, παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κ.Αθανάτου, το Εθνικόν κίνημα Χίου και Μυτιλήνης, στο οποίο ο συγγραφέας του περιγράφει… την υποδοχή που έκαμε στον Πλαστήρα ο ελληνικός στόλος, όταν ο Αρχηγός επέστρεφε από την Μ.Ασία και πήγαινε προς τη Χίο.
“Χίος, 2 Σεπτεμβρίου… Είναι ανάγκη να συναντήσω τον Πλαστήρα. Αυτός σήμερον αποτελεί σύμβολον. Η ανωτέρα του αυτή ηθική υπόστασις, η τιμία διαγωγή απέναντι του εχθρού έχουν δημιουργήσει γύρω από το όνομά του ακτινωτόν φωτοστέφανον ευλαβείας και σεβασμού.
Αλλ’ ο Πλαστήρας μάχεται ακόμη εκεί, αντίκρυ εις τον Τσεσμέ. Υποστηρίζει με το πύρ την επιβίβασιν εις τα πλοία…Αλλ’ ιδού οι ναυτικοί με πληροφορούν, ότι η επιβίβασις ετελείωσεν και ο Πλαστήρας όπου και νάναι γυρίζει νικητής. Τον περιμένουν εδώ. Είναι βράδυ, βράδυ. Και νάτος, πράγματι. Διακρίνομεν με τα κανοκιάλια την «Τήνον». Ο Πλαστήρας μέσα. Επί τέλους θα τον ιδώ. Η μια αποστολή του, μπροστά στον Τούρκο, ετελείωσε καλά. Ο Θεός να δώση τώρα το ίδιο και με την άλλη.
Μιά, δυό, τρείς κανονιές αντηχούν κοντά. Είναι ίσως το σημείο ότι ο Τούρκος έφθασε στην ακρογιαλιά μετά την επιβίβασιν των τελευταίων τμημάτων του Πλαστήρα. Και όμως όχι. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι ο Τούρκος που πυροβολεί. Αυτός ακόμα δεν τολμά να πιστέψη πως ο σεϊτάν, ο Καρα-Μπιμπέρ έφυγε, και δεν ζυγώνει. Είναι οι δικοί μας και κτυπούν τους δικούς μας δυστυχώς! Πώς να το πιστέψη κανείς;
Οι Τούρκοι είχαν επικηρύξει τον Πλαστήρα και οι δικοί μας πάνε γυρεύοντας να πάρουν την επικήρυξη. Ο «Αλφειός»-το εύδρομον του Ελληνικού στόλου-βάζει τα κανόνια του να σκοπεύσουν το πλοίο που φέρνει τον Πλαστήρα!!”
Έτσι υποδέχθηκε ο φανατισμένος αντιβενιζελισμός του 1922 εκείνον που έσωσε την τιμήν του Ελληνικού Έθνους. Εκείνον που έφυγε τελευταίος από τη μάχη!».



ΕΙΚΟΝΕΣ




Εικ.1. Γιουρούκοι νομάδες στην περιοχή της Σμύρνης.



Εικ.2. Το Söǧüt στις αρχές του 20ου αιώνα.



Εικ.3 Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Αφιόν Καραχισάρ πριν το 1922.



Εικ.4. Καλλίπολη: ατμοκίνητος αλευρόμυλος το 1907. Άνω αριστερά η επωνυμία «D. Costas & Cie». Προφανώς ο ιδιοκτήτης του ήταν Έλληνας της Καλλίπολης. Κάτω αριστερά διακρίνονται άτομα, πιθανώς οι ιδιοκτήτες και το προσωπικό. Εντύπωση προκαλεί η φωτογράφιση στο εξωτερικό του παραθύρου γυναίκας, η οποία κρατάει ένα νεαρό κορίτσι από το χέρι.



Εικ.5. Το κάστρο της Σηλυβρίας σε παλιά φωτογραφία.



Εικ.6. Η εκκλησία της Παναγίας Ρευματοκρατόρισας στη Ραιδεστό. Πίσω το μητροπολιτικό μέγαρο (αρχές του 20ου αιώνα).



Εικ.7. Η σκάλα των Βουρλών πριν το 1922.



Εικ.8. Τοπογραφικός χάρτης Βουρλών.





Εικ.9. Η επιτροπή Βουρλιωτών προκρίτων που επισκέφτηκε το Βασιλέα Κωνσταντίνο τον Ιούνιο του 1921 στο Κορδελιό. Από αριστερά: Ανδρέας Γάτζος, Ευάγγελος Βαλλιάδης, αρχιερατικός επίτροπος αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Αβραμίδης, Σωκράτης Κορές και Γεώργιος Αθ. Φλώρος.



Εικ.10. Τα Αλάτσατα το 1910.



Εικ.11. Ο Τσεσμές στις αρχές του 20ου αιώνα.



Εικ.12. Ο Νικόλαος Πλαστήρας στη Χίο.



Εικ.13. Η Μυτιλήνη στις αρχές του 20ου αιώνα.




ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


Εικ.7. Από: Νίκου Ε. Μηλιώρη, Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Μέρος Α΄. Ιστορικά, Αθήναι 1955, σελίδα 24.
Εικ.8. Από: Νίκου Ε. Μηλιώρη, Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Μέρος Α΄. Ιστορικά, Αθήναι 1955, σελίδα 8.


ΠΗΓΗ


Οικογενειακό αρχείο Αναστασίου Παπανικολάου.