ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος Β΄



Στο Β΄ Μέρος των Απομνημονευμάτων του ο Δημήτριος Παπανικολάου περιγράφει:
1) την επιστράτευσή του το Δεκέμβριο 1917 και τη μετάβασή του από τη Χαλκίδα στο Νάρες Θεσσαλονίκης.
2) τη μετάβαση από το Νάρες στα χαρακώματα του Στρυμώνα μέσω Νιγρίτας.
3) τη μετάβαση και παραμονή στην περιοχή της Καβάλας μετά τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας.
Ακολουθεί το κείμενο:


B΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ

2. Επιστράτευση Δεκεμβρίου 1917. Παραμονή στη Μακεδονία

Από τη Χαλκίδα στο Νάρες
Εν τω μεταξύ ο Βενιζέλος είχε διώξει τον Κωνσταντίνο με τη βοήθεια των Γάλλων και Εγγλέζων, ένωσε το κράτος και κάνει γενική επιστράτευση. Παίρνει πρώτα εμένα και μετά δύο μήνες το Βασίλη.
Τον Δεκέμβριο 1917 παρουσιάσθηκα στη Χαλκίδα (Εικ.1). Από εκεί μας βάλανε σε ένα πλοίο, «Συρία» το λέγανε, δια την Θεσσαλονίκη. Ήμασταν ίσα 2.000 και έκανε ένα κρύο αφόριτο. Μας δόσανε και σωσίβια, κάτι παλάσκες και φελούς για τον φόβο των Γερμανικών υποβριχίων. Περνώντας τον Βόλο ακούμε ένα τηλεβόα από ένα αντιτορπιλλικό να φωνάζη:
-Πίσω «Συρία»….
Φαίνεται κάτι ύποπτο υπήρχε. Χωνόμαστε στα σωσίβια. Επιστρέφομε στην παραλία του Βόλου ξημερώματα και βλέποντας σαν Πανόραμα τα χωριά του Πηλίου χιονισμένα (Εικ.2).
Καθίσαμε μία μέρα και κατόπιν συνέχισε τον πλού του για Θεσσαλονίκη (Εικ.3). Από εκεί πήγαμε και κατασκηνώσαμε στο Νάρες [σήμερα Κοινότητα ΝέαςΦιλαδέλφειας, Δήμου Ωραιοκάστρου] έξω από τη Θεσσαλονίκη (Εικ.4). Είχε έλθη όλη η 13η Μεραρχία με όλους τους σχηματισμούς τες, όπως και το 5ο Ευζώνων, το δικό μας. Εγώ πήγα πάλι στην Πολυβολαρχία, στο Δροσόπουλο. Εκεί περάσαμε το χειμώνα σε αντίσκηνα κακήν-κακώς, κρύο πολύ. Συσίτιο κατεψυγμένα βοδινά μισοαποσυνθεμένα και κουνέλια Αυστραλίας.
Πέρασε ο χειμώνας με γυμνάσια, με θιορίες και επισκέψεις του Μοιράρχου Αντιστρατήγου Νεγραπόντη[1] (Εικ.5). Μας έλεγε να γνωρίσομε την καταγωγή του. Κατάγομαι από το Λονδίνο της Μεγάλης Βρεταννίας από τη Μεγάλη οικογένεια των Νεγραποντέων. Ήτανε πολύ φιλόδοξος….
Εν τω μεταξύ είχαμε απαγορευθεί από την στασιμότητα και πολλοί βάζανε πολλά με το νού τους. Ο Νικόλαος Χειμώνας έκαμε τον τρελλό. Ένα πρωΐ βάζη ένα δέρμα από κουνέλι στο κεφάλι του, παίρνει το όπλο του και πάει στο μαγειρείο. Τουφεκάει το καζάνι και χύνεται το ρόφημα. Αναστατώθηκαν όλοι. Τρέξαν οι Αξιωματικοί να τον αφοπλίσουν αλλά κανένας δεν μπορούσε. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου του ριχτήκανε εκ των όπισθεν κάτι Ρωμαλαίοι και τον αφοπλίσανε. Τον πήγαν σε ένα κρατητήριο και πηγαίναμε και τον βλέπαμε που έκανε τις ψεύτικες τρέλλες σαν πραγματικές.

Στη Νιγρίτα
Μας πήρε η Άνοιξη. Τελιώσαμε τις ασκήσεις του πολέμου χαρακωμάτων και μας πήγανε πεζοπορία στη Νιγρίτα (Εικ.6). Περνώντας από το Λαχανά είδαμε και το ηρώον των Πεσόντων στον πόλεμο του 1913, ο Συνταγματάρχης Βελησάριος.
Τρώγωντας λοιπόν από τα πολλά παχιά κατεψυγμένα βόδια και μισοχαλασμένα μας πήραξε όλους μας ευκοιλιότητα. Εμένα με πήραξε πολύ ώσπου καθόμουνα από κάτω από μία σκαμνιά και δεν μπορούσα να σηκωθώ. Ευτυχώς μου πέρασε και πήγα πάλι στο λόχο μου. Η σκηνή μου ήτανε κοντά στον Δροσόπουλο και είχαμε παρέα.

Στα χαρακώματα του Στρυμώνα
Καθήσαμε εκεί λίγο καιρό. Μετά θα πηγαίναμε να αντικαταστήσουμε τους Εγγλέζους στα χαρακώματα, κάτω στις εκβολές του Στρυμόνα, που ήτανε μία γέφυρα (Εικ.7). Απέναντι ήτανε τα χαρακώματα (Εικ.8).
Προχωρώντας λοιπόν την νύχτα για να μην μας βλέπουν οι Βούλγαροι απέναντί μας, συνάντησε η προφυλακή ένα σκοπό Εγγλέζο. Τους σταμάτησε αλλά δεν ήξερε κανένας αγγλικά να συνεννοηθούν. Κάποιος είπε πως ο Παπανικολάου ξέρη. Με φωνάξανε και πήγα χωρίς να ξέρω πολλά. Με λίγα σπασμένα και με τα νοήματα μας έδωσε να καταλάβομε ότι στο τέρμα του δρόμου είναι ένα καταλειμένο μέρος. Εκεί θα σταματήσομε. Να φέξη για να οδηγηθούμε στα χαρακώματα. Αυτό κι έγινε.
Την άλλη μέρα περάσαμε πέρα. Έγινε η αντικατάσταση από τους Εγγλέζους. Μείναμε εμείς στα χαρακώματα. Ήτανε ένας λόφος και τον είχανε σκάψει μέσα κυριολεκτικά σε δωμάτια για τους στρατιώτας και γαλαρίες για τα πυρομαχικά, από άκρο σε άκρο και δύναμη ενός τάγματος. Η αντικατάσταση γινότανε κάθε 2 μήνες. Το κανονίδη δεν έπαυε καθόλου. Η Συμμαχία μας τους βάζανε και από τα πλοία και αερομαχίες τακτικά. Οι οβίδες εμάς δεν μας έπερναν διότι ήτανε το μέρος απότομο. Πέφτανε στο Κάτω που ήτανε το ποτάμι και σκοτώνανε πολλά ψάρια. Όταν τελείωνε ο βομβαρδισμός, βγαίναμε από τα καταφύγια, πηγαίναμε στο ποτάμι και μαζεύαμε ψάρια. Το συσσίτιο εκεί καλυτέρεψε. Μας δώσανε καλές κονσέρβες και διάφορα έτοιμα φαγητά διότι τα καζάνια μόνο τη νύχτα λειτουργούσαν. Ο αδελφός μας Βασίλης ήτανε σε άλλο σώμα αλλά κοντά μας. Πήγαινα και τον αντάμωνα.

Ανακωχή-Αποχώρηση Βουλγάρων. Ο Επιλοχίας του βουλγαρικού στρατού από τις Σαράντα Εκκλησίες. Στην Καβάλα.
Μέναμε λοιπόν στα χαρακώματα αρκετά μέχρι το Σεπτέμβριο 1918, οπότε μία ωραία πρωΐα ακούμε σάλπιγγες και από τα δύο μέρη, εμβατήρια «πάψατε πυρ». Είχε γίνει ανακωχή. Νικήθηκε η Γερμανία και Βουλγαρία με τη διαφορά να φύγουν οι Βούλγαροι με όλον τον οπλισμό τους. Και πράγματι άρχισαν και φεύγανε. Εμείς όμως δεν κρατιόμασταν. Καθώς ήμασταν και πρώτοι βαδίσαμε και προλάβαμε τους Βουλγάρους απέναντί μας, στους Φιλίππους, που άλλοτε η Πρωτεύουσα του Βασιλιά Φιλίππου (Εικ.9).
Ακόμη δεν είχανε φύγει όλοι οι Βούλγαροι και ήλθε και μας μίλησε ένας Βούλγαρος Επιλοχίας του Πυροβολικού, ελληνικής καταγωγής (Εικ.10). Και μας λέγει:
-Μη βιάζεσθε. Η διαταγή είναι να προχωρήσουμε εμείς και μετά να ακολουθήσετε εσείς.
Κάθισε λοιπόν βιαστικά και τα είπαμε. Μας είπε ότι κατάγεται από τις Σαράντα Εκκλησίες (Εικ.11). Μάλιστα ένας αξιωματικός μας του λέγει:
-Δεν μου δίνεις το πιστόλι σου;
Εις απάντησιν του λέγει:
-Λυπούμαι διότι είσαι και αξιωματικός. Εφόσον δεν είμαι αιχμάλωτος.
Και τότε ο αξιωματικός το γύρισε στα αστεία για να αποφύγη τη δική μας αποδοκιμασία. Μας χαιρέτησε το παιδί όλους και έφυγε με τη φάλαγγά του. Ακολουθήσαμε και εμείς.

Στην Καβάλα
Ανεβήκαμε στο βουνό Παγγέο, όπου ήτανε ένα μεγάλο χωριό καταστραμμένο. Κατεβήκαμε στην κοιλάδα του Παγγέου όπου ήτανε ωραία και τουρκοκατοικημένη. Δια μέσου Πράβη και ΓενήΤσιφλίκ φθάσαμε στην Καβάλα (Εικ.12). Στο δρόμο αρρωστήσανε πολλοί από γρίπη. Προσβλήθηκα κι εγώ. Κατά καλή μου τύχη μπένοντας στην Καβάλα, στην είσοδο της πόλεως, άρχισε να λειτουργεί ένα αναρρωτήριο. Με πήραν μέσα και αμέσως με παρέλαβε μία αδελφή με ποτήρια πολλά, με ζεστά και με κυνήνα. Σε λίγες μέρες ανάρρωσα και πήγα στο λόχο μου.
Η γρίππη όμως απλώθηκε σε όλο το στρατό και πεθάνανε πολλοί στην Καβάλα καθώς κι ένα παιδί από το Ροβολιάρι, Ευάγγελος Μπουής. Έκανε τον παληκαρά στο κρύο. Φορούσε μόνον πουκάμισο και την μαντία. Τον συνυστούσα να βάζη το κολόβιό του από μέσα.
-Εγώ, έλεγε, δεν κρυώνω σαν κι εσάς.
Πήρε κρυολόγημα και πέθανε.

Στη Χρυσούπολη (Σαρή Σαμπάν)
Μείναμε λίγες μέρες στην Καβάλα και μετά αναχωρήσαμε για το Σαρή Σαμπάν, τη σημερινή Χρυσούπολη. Και πραγματικά χρυσή είναι, έχει ωραία πεδιάδα με βλάστηση, καλό χωριό αλλά ακατοίκητο. Οι κάτοικοί του, Τούρκοι οι περισσότεροι, πήγανε στο βουνό σε άλλο τουρκικό χωριό. Κάποτε ερχότανε κανένας να βλέπη το σπίτι του. Εγώ, ως διερμηνέας, τους έλεγα και μου φέρνανε καπνό κομένο. Και κούτες τσιγάρα. Τα φτιάχνανε μόνοι τους από τον ωραιότερο μυροδάτο καπνό αφτού του χωριού, που κάνει τον καλύτερο καπνό της Ελλάδος, ίσως και του κόσμου.
Μείναμε εκεί ένα χειμώνα. Πεθάνανε πολλοί στρατιώτες από γρίππη. Γέμισε ένα νεκροταφείο. Ήλθε και ένα γαλλικό ορινό χειρουργείον: είδα 2 άλογα, ένα μπρός και άλλο πίσω και στο μέσο τους κρεμασμένο από τις πλάτες τους ένα φορτίο για να μεταφέρουν τους τραυματίας.
Στην άκρη του χωριού ήτανε ένας μύλος μεγάλος. Πηγαίναμε και πέρναμε μπομπότα αλέβρι και κάναμε κατσιαμάκι. Ο μύλος κινείτο από νερό του ποταμού Νέστου που αρδευότανε και η πεδιάδα, που ήτανε χρυσή γη.
Καθίσαμε το χειμώνα εκεί. Πεθάνανε οι μισοί από το κρύο και από τη γρίππη εφόσον δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, ούτε συσσίτιο της προκοπής. Συνέχεια σκέτο ρύζι. Ήτανε ένας μάγειρας από το Παλαιόκαστρο Πανάκης. Όλο ρωτούσε τι ώρα είναι για να ρήξη το ρύζι. Υποφέραμε πολύ και όσοι μείναμε από τον θάνατο ήμασταν ελεϊνοί, αδύνατοι.

Επιστροφή στην Καβάλα
Εν τω μεταξύ οι Αγγλογάλλοι ζητήσανε μία Μεραρχία να πάμε να τους βοηθήσουμε στη Ροσία που κηρύχτηκε Κουμουνισμός, το 1917-18. Η Κυβέρνηση διέταξε την δική μας Μεραρχία, τη 13η, να πάγη. Ο Μοίραρχος και όλοι οι αξιωματικοί διεμαρτύροντο ότι ο στρατός μας δεν είναι σε θέση για εκστρατεία. Εν τούτοις επιμένανε. Άρχισαν να συγκεντρώνουν τα λείψανα σχεδόν που μείναμε, στο Παγγέο κοντά στο ρούσικο μοναστήρι. Θα γινότανε η επιβίβαση στα πλοία.
Ξεκινήσαμε για την Καβάλα. Στο δρόμο με πήραξε θέρμη, δηλ. ελονοσία. Στην αρχή σε πήραζε μεγάλη τρεμούλα με κρύο. Κτυπούσανε τα δόντια σου σαν σφυριά. Σε κρατούσε επί μία ώρα. Μετά σε έριχνε στον πυρετό μέχρι σαράντα, που σε παρέλυε τελίως. Αυτή ήταν τότε η λεγομένη ελονοσία, που μάστηζε όχι μόνον την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον υποανάπτυκτο κόσμο, καθώς και οι ψίρες, που δεν έλειπαν σχεδόν από κανένα. Λέγανε, μόνον οι πεθαμένοι δεν έχουν ψίρες. Οι ζωντανοί έχουν, τις γενά το σώμα….
Φύγαμε λοιπόν από το Σαρή Σαμπάν. Φθάνοντας στην Καβάλα αρρώστησα. Με βάλανε σε κάποιο νοσοκομείο, νοσοκομείο να λέγεται. Σε μία καπναποθήκη απέραντη, γεμάτο αρρώστους στρατιώτας. Σε κάτι παλιοκρέββατα με κάτι παλιοκουβέρτες. Μου παραχώρησαν ένα κρεββάτι με μία κουβέρτα. Κάθησα στο κρεββάτι μου και σκεπτόμουνα την κατάντια μας, ρίχνοντας και μία ματιά στο διπλανό κρεββάτι που ήτανε ένας στρατιώτης άρρωστος σε αφασία. Τι να δώ! Τις ψίρες χιλιάδες να κάνουν στράτα, όπως η ακρίδα και τα μερμήγκια. Κάθησα και περιεργάσθην το θέαμα. Με έπιασε τρεμούλα και φόβος και είπα μέσα μου:
-Θεέ μου, αυτοί μας έχουνε για ξέκαμα! Δεν θα προλάβουμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας, θα μας πεθάνουνε…
Έσχος μεγάλο, ούτε ένα κλίβανο δεν διέθετον να τους πετάξουν μέσα τις κουβέρτες να χαθούνε. Δυστυχώς όλοι τους αδιαφορία, υγειονομική περίθαλψις μηδέν. Ποτήρια κούφια και κυνήγι! Αυτά ήτανε τα μόνα υγειονομικά μέσα που διέθεταν.
Βλέποντας λοιπόν εγώ αυτήν την οικτρά κατάσταση φεύγω και πάω στο λόχο μου. Και κάθομαι στο θάλαμο που ήτανε 100 φορές καλλίτερος από το νοσοκομείο. Με περιποιήθη η παρέα μου, έγινα καλύτερα.
Ξεκίνησε ο λόχος μας για το Παγγέο. Φτάνοντας στο Γενή Τσιφλίκι σταματήσαμε για λίγες μέρες εκεί. Πιο πέρα ήτανε ένα τούρκικο χωριό. Πήγαινα κάθε πρωΐ με ένα δοχείο και έπερνα γάλα από βουβάλια για τους αξιωματικούς και για τον εαυτό μου. Τότε είχανε γίνει και οι γρούβες. Τις βράζαμε σε χύτρες βάζοντας μέσα και μπόλικο λάδι. Είχαμε κλέψει ένα ντενεκέ από ένα κάρο τη νύχτα, που πήγαινε για τη Δράμα.
Κατόπιν μέσω Πραβίου φθάσαμε στην κοιλάδα του Παγγαίου και διανεμηθήκαμε στα τούρκικα τα σπίτια. Εκεί τους ρημάξαμε τους φουκαράδες από τρόφιμα, διότι σας είπα, υποφέρναμε από φαγητό. Το συσσίτιο ήτο πολύ πενηχρό. Υπήρχαν όμως πολλά αγριογούρουνα και σκοτώναμε. Μας παρακαλούσαν οι Τούρκοι να σκοτώνουμε κάθε μέρα διότι τους κάνανε ζημιές στα χωράφια τους.
Εγώ εδώ τα περνούσα πολύ καλά με τους Τούρκους, διότι ήμουνα και διερμηνέας. Με αγαπούσανε όλοι διότι τους περιποιούμουν. Τους πήγαινα στον Ταγματάρχη για τα παράπονά τους γιατί ο στρατός τους έκανε ζημιές με τα μουλάρια και κλεψιές στα σπίτια. Σκέψου πως κάτι στρατιώτες στο σπίτι που καθότανε ο Λοχαγός μου, του είχανε παραχωρήσει ένα δωμάτιο, στο ισόγειο είχανε μία γελάδα με μία μουσκάρα. Πήγανε τη νύχτα και την κλέψανε τη μουσκάρα. Την πήγαν σε απόκεντρο, τη σφάξανε και τη φάγανε.
Πάθανε καταστροφή τότε ομολογουμένως αυτά τα χωριά που ήτανε πλούσια, δεν έμεινε τίποτα. Φρόντισα εγώ με τον Ταγματάρχη να μπορέση να τους περιορίση αλλά εις μάτην. Μου φέρνανε εμένα οι φουκαράδες καρύδια, καλό καπνό κομμένο. Εφοδίαζα και τους αξιωματικούς και τους φίλους μου. Τον φίλο μου τον Ηλία Νέλλα τον έχασα. Δεν θυμάμαι, κάπου είχε βολεφθή με την ραπτοσύνη του.
Μια μέρα έρχεται φωνάζοντας ένας Τούρκος πως του πήρανε τα ζώα κάτι κλεφταράδες από τα Ελληνοχώρια πίσω του Παγγαίου. Τρέξαμε να τους πιάσουμε αλλά αυτοί είχανε απομακρυνθή, κλέβοντας 5-6 κεφάλια βόδια. Εγώ τους λυπόμουνα τους φουκαράδες τους Τούρκους και τους παρηγορούσα για τα δεινά που παθαίνανε. Τους έλεγα:
-Πόλεμος είναι κάποτε θα τελειώση και θα τα ξαναφτιάξετε όλα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] Ο Ιωάννης Νεγρεπόντης ή Νεγροπόντης γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας το 1864. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως υπολοχαγός στο επιτελείο της ΙΙας Μεραρχίας. Κατόπιν διετέλεσε καθηγητής της πολεμικής τέχνης στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 με το βαθμό του ταγματάρχη ως επιτελάρχης της VIΙης Μεραρχίας. Διετέλεσε υποδιοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων από το 1913 έως το 1915. Το φθινόπωρο του 1915 διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στη Σερβία, απ’ όπου παρακολούθησε την οπισθοχώρηση και μεταφορά του σερβικού στρατού στην Κέρκυρα μέσω Αλβανίας.
Το 1916 προσχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Θεσσαλονίκης. Κατόπιν προήχθη σε Συνταγματάρχη και διορίσθηκε αρχηγός του επιτελείου του στρατού της Εθνικής Άμυνας. Μετά την επανένωση του κράτους, τον Ιούνιο του 1917, προήχθη σε Υποστράτηγο και διορίσθηκε διοικητής της ΧΙΙΙης Μεραρχίας Στερεάς Ελλάδας. Με αυτήν συμμετείχε στις επιχειρήσεις στο Μακεδονικό Μέτωπο, στην εκστρατεία της Ουκρανίας και στη Μικρασιατική εκστρατεία.
Μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και το αρνητικό αποτέλεσμα για τον Βενιζέλο παρέμεινε εκτός υπηρεσίας. Το φθινόπωρο του 1922 ανεκλήθη στην υπηρεσία και τοποθετήθηκε αρχηγός του στρατιωτικού οίκου του βασιλιά Γεωργίου. Αποστρατεύθηκε το 1924 με το βαθμό του Αντιστρατήγου. [Απόσπασμα από το βιβλίο: Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος, Πολεμικό Αρχείο 1919-1921. Το Ημερολόγιο του Εύζωνα Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου. Από τη Φθιωτιδοφωκίδα και την Καβάλα στην Οδησσό και τη Μικρά Ασία, Καβάλα 2011, σελίδα 143.



ΕΙΚΟΝΕΣ




Εικ.1. Οι στρατώνες της Χαλκίδας. Από το 1947 στεγάζουν τη Σχολή Πεζικού.



Εικ.2. Βόλος 1897: εργασίες διαπλάτυνσης του κεντρικού λιμενικού προβλήτα. Πίσω διακρίνεται το Πήλιο και τα χωριά του.



Εικ.3. Θεσσαλονίκη 1917: Δρόμος στην Άνω Πόλη. Στο βάθος ο Θερμαϊκός κόλπος.



Εικ.4. Στρατόπεδο Νάρες 1916-1917: ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαιρετά αξιωματικούς του 9ου Στρατηγείου της ΙΙας Μεραρχίας.



Εικ.5. Ο Μέραρχος Ιάκωβος Νεγρεπόντης.



Εικ.6. Νιγρίτα 1918: Χωρικοί σε βρύση. Η φωτογραφία ελήφθη από τη φωτογραφική υπηρεσία της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής.



Εικ.7. Ο ποταμός Στρυμόνας το 1926.



Εικ.8. Χαρακώματα. Συλλογή από Βούλγαρους στρατιώτες του συρματοπλέγματος αγγλικών χαρακωμάτων μετά την εκδίωξη των Βρετανών.



Εικ.9. Η Βασιλική Β΄ των Φιλίππων, φωτογραφημένη την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 1913 από τον Βούλγαρο φωτογράφο Др Богдан Филов. Δίπλα στην πύλη διακρίνονται οι δύο συνοδοί του, οι Костов και Таҷев.



Εικ.10. Βούλγαροι στρατιωτικοί στο νότιο βαλκανικό μέτωπο τον Απρίλιο 1918.



Εικ.11. Οι Σαράντα Εκκλησίες (βουλγ. Лозенград, τουρκ. Kırklareli) πιθανώς το 1912 ή 1913. Είναι ο τόπος καταγωγής του ελληνικής καταγωγής Επιλοχία του βουλγαρικού στρατού.



Εικ.12. Η Καβάλα το 1917 φωτογραφημένη από την κορυφή του κάστρου.



ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


Εικ.1. Από: efedros.blogspot.gr.
Εικ.2. Από το βιβλίο: Βόλος 1881-1955. Ο χώρος και οι άνθρωποι, Βόλος 2004, σελίδα 109.
Εικ.9. Από το βιβλίο: Архивьт Гипсън. Др Богдан Филов-фотографии и описания от научната му мисияпрез 1912-1913. Завръщане в България2009, страница 46. (The Gipson Archive. Dr. Bogdan Filov-Photographs and a description of his research mission in 1912-1913. Return to Bulgaria 2009, page 46).
Εικ.11.Από: Изгубената България.
Εικ.12.Από: Изгубената България.



ΠΗΓΗ


Οικογενειακό αρχείο Αναστασίου Παπανικολάου.




Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος Α΄



   
Ο Δημήτριος Γεωργίου Παπανικολάου (1894-1983) γεννήθηκε στο Ροβολιάρι Μακρακώμης. Σε ηλικία 13 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με έναν θείο του για να εργασθεί. Εκεί σε ηλικία 18-19 ετών εργάσθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, ως τεζιαχτάρης. Τεζιαχτάρης είναι ο μάστορας που δουλεύει πίσω από τον πάγκο στο πατσατζίδικο (βλέπε στο σύνδεσμο: Διατροφικές συνήθειες στη Θεσσαλονίκη 1870-1920). Παράλληλα όπως αναφέρει στις σημειώσεις του: «έγραφα με βία τα βερεσέδια διότι είχα πολλή δουλειά και κακογράφοντας στο πρόχειρο βιβλίο που είχαμε φτιάξει μόνοι μας από στράτσα [στράτσα=κουρέλι για καθάρισμα πατώματος, πετσέτα πρόχειρη που στρώνουν το τραπέζι<βενετ. strazzo=κουρέλι. Βλέπε: Κοροσίδου-ΚαρράΕρμιόνη, Τα Ρομανικά (Ιταλικά-Γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου.Λεξιλογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία). Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2003, σελίδα 94] και χρώματα αχύρου. Γράφαμε στην άνω σελίδα την ημερομηνία και το “ο θεός βοηθός”. Όσα έγραφα στο πρόχειρο, τα βράδυα έπρεπε να τα σηκώσω στο Καθολικό. Και τότε με βιασύνη διότι νηστεύαμε. Έτσι μου έμεινε η κακογραφία και η τελείως έσχατη ορθογραφία».
Η παραμονή του στην πολυεθνική Κωνσταντινούπολη και η επαφή του με ανθρώπους διαφόρων εθνών και θρησκειών, του επέτρεψαν να αποκτήσει δεκτικότητα και να καλλιεργήσει την έφεσή του στη γλωσσομάθεια. Εκεί έμαθε μερικά τουρκικά και ρωσικά, τα οποία του επέτρεψαν να χρησιμοποιείται από τους ανωτέρους του ως διερμηνέας και οδηγός κατά τη συμμετοχή του στην Εκστρατεία της Ουκρανίας και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ανήκε στην κλάση του 1914. Παρουσιάστηκε για κατάταξη στο νεοσύστατο τότε 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, στη Λαμία. Σ’ αυτό υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και απολύθηκε το 1916. Στο ίδιο Σύνταγμα, το οποίο είχε μεταφερθεί προσωρινά στη Χαλκίδα λόγω των γεγονότων, παρουσιάσθηκε ως επίστρατος κατά την επιστράτευση του Ιουνίου 1917. Ακολούθησε η μεταφορά στην Ανατολική Μακεδονία, η Εκστρατεία στην Ουκρανία και η μεταφορά στη Μικρά Ασία τον Ιούνιο του 1919. Από τη Μικρά Ασία απολύθηκε μετά τις Επιχειρήσεις προς Φιλαδέλφεια, τον Ιούνιο του 1920. Επιστρατεύθηκε εκ νέου τον Απρίλιο του 1921 και τοποθετήθηκε στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων, στην περιοχή της Προύσας Μικράς Ασίας. Απολύθηκε οριστικά από το στρατό μετά το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας το φθινόπωρο του 1922.
Στο πρώτο μέρος των απομνημονευμάτων του, που παρουσιάζεται εδώ, περιγράφει:
-την κατάταξή του στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων.
-τη στρατιωτική ζωή στην πόλη της Λαμίας.
-το τραγικό γεγονός του θανάτου του πατέρα του.
-την επιστράτευση του 1915.
-την απόσπασή του στην Αθήνα και τον Άνω Ωρωπό.
-την απόλυσή του από το στρατό το 1916.
Ακολουθεί το κείμενο:


Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΣΤΟ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ

1. Κατάταξη-στρατιωτική θητεία στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων

Κατάταξη-στρατιωτική ζωή
Το πρωΐ πήγαμε να καταταγούμε κάτω στους στρατώνες πάνω από το σημερινό Παγκράτι, που τότε το 1914, ήτανε χωράφια. Η κατάταξή μας γινότανε στο σταθμό του τραίνου (Εικ.1) από πάνω, που ήτανε πολλοί στρατώνες. Μετά ολίγο καιρό έγινε ανασχηματισμός και μας φέρανε στο Παγκράτι.
Εκεί παρουσιασθήκαμε σε ένα γραφείο όλοι οι Ροβολιαρίτες, ο κουνιάδος μου Ηλίας Νέλλας, ο Κώτσος Μπότσικας, ο Ρουφογάλης, ο Ευάγγελος Μπουής, ο Δημ. Σακελλάρης και άλλοι ήσαν, που δεν θυμάμαι. Ήτανε και ένα παιδί, Αναγνώστου τον λέγανε Κώστα. Αυτό ήτανε σερβιτόρος στην Αθήνα. Ήτανε ένα μορφοκαμωμένο παιδί, που πράγματι το ζηλεύαμε όλοι. Και μόλις πήγαμε στον σιτιστή να μας γράψη, τον κοίταξε και του λέει:
-Χαλάλι, στη λεβεντιά σου και την κορμοστασιά σου!
Και αμέσως τον γράψανε για τα ανάκτορα αλλά δυστυχώς δεν έζησε πολλά χρόνια.
Άρχισε η κατάταξη. Εμένα και τον κουνιάδο μου Ηλία Νέλλα μας κατέταξαν μαζί σε ένα Λόχο. Τους άλλους τους μοιράσανε σε διάφορους Λόχους. Μας δώσανε κάλτσες, φουστανέλες, μανδύες, τσαρούχια, φέσια με φούντες χακί και διάφορα ασπρόρουχα. Τα σώβρακα τα λέγανε περισκελίδες, τα πουλόβερ κολόβια. Μας κατέταξαν στο 2ο Λόχο. Τον διοικούσε ένας Λοχαγός από το Γαρδίκι, που τον λέγανε Θεοφάνη Γαρδίκη, πολύ καλός. Μαζί μας κατετάγη και ένας ανηψιός του Αλέκος, τελειόφοιτος Γυμνασίου. Και πήγε αμέσως στη Σχολή και έγινε Αξιωματικός. Έφτασε μέχρι Λοχαγός, παντρεύτηκε, αλλά δυστυχώς τον βρήκε η μοίρα του: πνίγηκε μαζί με τη γυναίκα του στο ναυάγιο της Χειμάρας.
Αρχίσανε τα γυμνάσια, μα τα ρούχα που μας δώσανε ήταν αλλόκοτα. Αναγκαστήκαμε να τα μεταποιήσομε μαζί με τον Νέλλα, που ήτανε ράπτης και μετέπειτα κουνιάδος μου. Μου αρέσανε τα γυμνάσια. Τα ήθελα περισσότερο για να χάσω πάχος που είχα. Μάλιστα στο τροχάδεν ο γυμναστής μου με έβγαζε έξω, να μην πάθω κανένα κακό. Εγώ επέμενα ακολουθώντας όλα τα γυμνάσια Τροχάδεν, πορείες κ.λ.π., ώσπου κατώρθωσα και έχασα πάχος, ήλθα σχεδόν στα μέτρα μου.
Για ένα μήνα δεν μας επέτρεπαν έξοδο. Μόνον εκεί κοντά ήτανε ένα καφενείο, που είχε και όργανα τα βράδυα. Χορεύανε οι στρατιώτες, κυρίως οι παλαιοί. Θυμάμαι ήτανε και δύο παιδιά από τη Ρεντίνα που χορεύανε πολύ ωραία, καθώς και ένας από τους Δελφούς, Βούζας Γιάννης ή Λαδιάς. Αυτός χόρευε ξυπόλητος, στα νύχια που λέμε.
Με τον Ηλία Νέλλα κάναμε μαζί παρέα. Τρώγαμε μαζί κατά την ώρα του συσσιτίου. Το πρωϊνό μας ρόφημα, καφέ, το βάζαμε σε μία καραβάνα. Πέρναμε και 100 δρχ. γάλα από τις Αμπλιανίτισσες (Εικ.2) που ερχότανε κάθε πρωΐ και πωλούσανε. Αργότερα αυτόν τον πήρανε στην αποθήκη του Λόχου και έραβε ρούχα. Εγώ έμεινα σε ένα θάλαμο με τη διμοιρία μου, που είχα ένα Λοχία από το Τρανό χωριό πολύ καλό παιδί.
Επίσης ήτανε και ένας άλλος λοχίας που ήτανε ανάποδος και χωριάτης. Και μία μέρα χωρίς να φταίω, από αβλεψία του, νόμισε πως έφταιγα εγώ για κάτι παιχνίδια σχεδόν, που κάναμε μέσα στο θάλαμο. Με τιμώρησε να πλύνω το καζάνι. Μου κακοφάνηκε πάρα πολύ και με στεναχώρησε, ώσπου μου ήρθε να κλάψω. Πήγα στα μαγειρεία για να πλύνω το καζάνι αλλά εκεί οι μάγειροι ήτανε κάτι καλά παιδιά και μου λένε:
-Ποιός σε τιμώρησε;
-Ο Λοχίας τάδε, τους λέω.
-Άντε φεύγα, μου λένε. Τον ξέρομε τι στραβόξυλο είναι.
Και δεν με άφησαν.
Έκτοτε φυλαγόμουν και δεν έτυχε να με τιμωρήσουν για το καζάνι διότι το θεωρούσα προσβλητικό. Ενώ άλλοι δεν το είχανε για τίποτα.

Έξοδος στη Λαμία
Πέρασε λοιπόν η απαγόρευση της εξόδου και αρχίσαμε να βγαίνουμε στην πόλη μετά το βραδυνό σισσίτιο, στις 6 η ώρα. Και πηγαίναμε με παρέες, παίρναμε κανένα μεζέ στις ταβέρνες και πίναμε κατοσταράκια ρετσίνα. Σε κάποιον άλλο Λόχο ήταν Επιλοχίας ένας χωριανός μας, ο Πέτρος Στρωματιάς, που ήτανε το καμάρι του Συντάγματος: ανάστημα ωραίο, όμορφος, σωστός εύζωνας με στολή ωραία. Μας έκανε παρέα. Μάλιστα πήγαμε μαζί και αγόρασα τσαρούχια ιδιωτικά από έναν τσαρουχά από το Γαρδίκι, Δημ. Ραχούτη. Ένα τσαρουχάδικο στο Πάρκο εκεί που είναι τώρα το εμπορικό του Διαμαντή. Μπροστά είχε μία βρύση, τα πλήρωσα δραχμές... Τα έκαμα παραγγελία για να γίνουν καλά και τα φορούσα τις Κυριακάδες που μας πηγαίναμε στην Εκκλησία. Έδωσα και τη φουστανέλλα και τη λευκάνανε. Είχα γίνει σωστός εύζωνας.

Εκκλησιασμός την Κυριακή. Κυριακάτικη έξοδος
Την Κυριακή μας βάζανε στη γραμμή κατά τετράδες και μας επιθεωρούσε ο αξιωματικός, εάν ήμασταν όλοι καλοντυμένοι και περιποιημένοι. Κινάγαμε, μπροστά οι Σαλπιγκταί, κοντά ο Επιλοχίας και από τα πλάγια ο αξιωματικός της υπηρεσίας με βήμα κανονικό και με τα προκιαστά τσαρούχια, που βροντάγανε σαν τις μπότες των Γερμανών. Βαδίζοντας μέσα στην πόλη, καμαρώνοντας που βλέπαμε τα κορίτσια να μας κοιτάνε από τα μπαλκόνια, φθάναμε στην Εκκλησία Άγιο Νικόλαο (Εικ.3). Εκεί πήγαινε ο Λόχος μας.
Γυρνώντας το μεσημέρι τρώγαμε. Έκτοτε ήμασταν ελεύθεροι όλη την μέρα κάνοντας περιπάτους στην πόλη και προς τα Πηγαδούλια (Εικ.4) σε κανένα εξοχικό. Τότε σπίτια δεν υπήρχαν απάνω από το Γυμνάσιο, όλο περιβόλια και 2-3 εξοχικά κέντρα (1914). Νερό ακόμα είχανε της Δίβρης. Τότε ανέλαβε Δήμαρχος ο Ιωάννης Μακρόπουλος, που ο πατέρας του έφτιαχνε σκούφιες σε ένα μαγαζάκι μέσα στα Στενά. Κατόρθωσε λοιπόν ο Μακρόπουλος με χίλια εμπόδια και έφερε το νερό από το Γοργοπόταμο. Σώθηκε η Λαμία και σήμερα τον σχορνάνε…

Κατάταξη σε Λόχους. Εκπαίδευση. Πως σχηματίσθηκε το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων.
Μετά από λίγο διάστημα ο Συνταγματάρχης μας, έκανε διαλογή στους άνδρες. Έβγαλε τους ψηλούς με τη σειρά από τον 1ο Λόχο μέχρι τον 8ο, ανάλογα με τα αναστήματα για την ομορφιά των Λόχων. Το ίδιο κατά διμοιρίας. Κοίταζες όλοι οι Λόχοι είχανε τα κανονικά τους αναστήματα.
Εμένα και τον Ηλία Νέλλα καθώς και τον Μπότσικα που ήμασταν κοντοί, μας ρίξανε στον 8ο Λόχο. Εκεί όμως πετύχαμε ένα καλό Λοχαγό, που τον λέγανε Θανασέλο καθώς και ένα Επιλοχία που τον λέγανε Κρούμαλη από το Λιδωρίκι, επίσης και αυτός πολύ καλός. Εγώ πιο τυχερός που με ρίξανε σε ενωματία. Είχα Ενωματάρχη τον Κώστα Καρκάνη και αυτός καλός. Με πήρε δίπλα στο δικό του κρεββάτι και τα περνάγαμε καλά.
Σε αυτόν τον Λόχο κάνοντας λοιπόν σκοποβολή, έτυχε χωρίς να το καταλάβω και πήγα πρώτος. Και αμέσως με βγάζουνε για τα πολυβόλα του 2ου Λόχου. Κάθε Τάγμα είχε και από ένα Λόχο πολυβόλων. Εκεί πάλι ήτανε Λοχαγός ο Δροσόπουλος. Άρχισα τώρα άλλα γυμνάσια από τη σκοποβολή πάλι με τα πολυβόλα. Και εκεί πήγα καλά, ταχεία φόρτωση των πολυβόλων και τα εξαρτήματά τους στα μουλάρια κ.λ.π.. Τελείωσε και αυτή η εκπαίδευση και όλα τα γυμνάσια. Άρχισαν πλέον να μας βγάζουνε σκοπούς σε διάφορες θέσεις, όπως σκοπούς νυκτός και στις φυλακές.
Το Σύνταγμα είχε ονομαστεί 5ον 42 Σύνταγμα Ευζώνων. Είχε σχηματιστεί από ένα Τάγμα του Τυρνάβου. Τότε στον Τύρναβο πριν γίνει ο Βαλκανικός Πόλεμος υπηρετούσε ένας πρώτος εξάδελφός μου, Αποστολόπουλος από τον Ασβέστη, τότε ήτανε Λοχίας. Υπηρετούσε μαζί με τον Κονδύλη και Πλαστήρα, καθώς και μαζί με τους διοικητάς των Λόχων, Δεκανείς. Όταν κατετάγην και πέρασε αρκετός καιρός, κατέβασε μια μοίρα στη Λαμία. Ήλθε και με βρήκε και μου λέγει:
-Ποιόν έχεις Λοχαγό;
-Τον Δροσόπουλο, του λέγω.
-Πάμε μαζί, μου λέγει, τώρα στην απάνω πλατεία [εννοεί την πλατεία Ελευθερίας]. Ήμασταν μαζί γνωριζόμαστε όλοι από τον Τύρναβο. Με όλους τους Λοχαγούς ήμασταν Δεκανείς. Έλα, μου λέγει.
Σημειωτέον ήταν ένας θαραλέος άνδρας, μορφωμένος και πολύ συμπαθητικός. Εγώ συστιλλιόμουν να πάγω μέσα σε τόσους αξιωματικούς αλλά με παίρνει από το χέρι και πάμε. Μόλις φτάσαμε εκεί, εγώ τραβήχτηκα. Με είδαν οι αξιωματικοί και γελάσανε. Αυτός με τράβηξε και με πήγε κοντά τους πάλι.
-Γειά σας, τους είπε.
-Γειά σου Κώστα, του είπανε όλοι.
Μας δόσανε καρέκλες και καθήσαμε. Μας κεράσανε ούζο και τους λέγη:
-Τον βλέπετε αυτόν; Αυτόν τον έχω πρώτον εξάδελφο και απαιτώ να τον προσέχετε όλοι ιδιαιτέρως.
Λέγει στον Δροσόπουλο:
-Να τον κάνεις και Δεκανέα και να του δίδης άδεια, όποτε χρειάζεται.
-Ευχαρίστως, λέγει ο Δροσόπουλος, είναι καλό παιδί και θα τον προσέχω.
Και πράγματι, εφόσον είχανε τελειώσει τα γυμνάσια, με άφηνε ελεύθερο. Καθόμουνα στο γραφείο, βοηθούσα τον αποθηκάριο, τον σιτιστή και πήγαινα και στο σπίτι του κοντά στην πλατεία Λαού. Είχε τρία χρόνια παντρεμένος, την αδελφή των Μεγαλιών, που είχαν το μακαρονάδικο στο σημερινό Κρόκο. Πήγαινα λοιπόν στο σπίτι, έπαιρνα τη μικρή κόρη του, την Αλεξάνδρα, και την έβγαζα βόλτα μέχρι το γραφείο του Λόχου. Ήτανε στο σταθμό από πάνω, κάτω από τα σημερινά κτίσματα του Μπούκα. Τότε ήτανε μία μαντρόπορτα με πολλή μάντρα και στο βάθος ένα σπίτι. Το είχε κάποιος που λεγότανε Ξηρός και είχε πολλά πρόβατα στα Καλύβια.

Αρρώστεια και θάνατος του πατέρα
Έτσι λοιπόν πέρναγα τον καιρό μου πέρνοντας και άδεια τακτικά και πήγαινα στο χωριό. Είχαμε καταταγεί τον Οκτώβριο (1914) και τώρα βαδίζαμε το 1915, οπότε ο πατέρας μου όλο πονούσε στην κοιλιά και τα πόδια. Ο γιατρός που φέρανε στο χωριό, του έλεγε για λουτρά. Τότε εγώ παρήγγειλα του Βασίλη και τον έφερε στη Λαμία. Τον πήγαμε στο ξενοδοχείο και καλέσαμε 3 γιατρούς. Θυμάμαι τον Παπακωνσταντίνου και κάποιον νέον, Καργιαμπά. Διαπίστωσαν όγκο στο στομάχι. Μας λένε:
-Τραβάτε για την Αθήνα για εγχείρηση.
Τον παίρνει ο Βασίλης, τον βάζη σε νοσοκομείο. Κάνανε εξετάσεις και διάγνωσαν τον καρκίνο. Λένε στο Βασίλη:
-Δεν είναι για ζωή. Και να τον ανοίξομε, ίσως πεθάνη εδώ. Κι έτσι πάρε τον στο χωριό να πεθάνη στο σπίτι του.
Τον έφερε στο σπίτι και υπέφερε από πολλούς πόνους.
Μέχρι το 1916 τον Αύγουστο που εγώ βρισκόμουν στη Λαμία, φύλακας κάτι αποθηκών, διότι τα στρατεύματα λόγω Κατοχής της Αντάν τα απομόνωσαν στην Πελοπόννησο, είχα την ευκαιρία και πήγαινα τακτικά στο χωριό και τον έβλεπα. Την τελευταία φορά που πήγα ήτανε σχεδόν στα πρόθυρα του θανάτου. Και όταν τον αποχαιρέτησα, με αγκάλιασε κλαίγοντας και δεν με άφηνε να φύγω, ώσπου επενέβη η μάνα μου και έφυγα. Πήγα στη Λαμία στις αποθήκες που ήτανε στην Ξηργιώτισσα. Τις φυλάγαμε εγώ κι ένα παιδί από τη Γιανιτσού, Στέφανος Καραμπέτσας. Μόλις με είδε με ρωτάει:
-Τι γίνεται ο πατέρας σου;
-Ετοιμοθάνατος, του λέγω.
Και λέγει:
-Δεν καθόσουνα ακόμα; οι αποθήκες άδειες είναι. Τράβα πάλι πάνω. Να βρεθής τουλάχιστον στα τελευταία της ζωής του.
Την άλλη μέρα μπαίνω στο τραίνο και κατεβαίνω στην Καΐτσα διότι από εκεί μας φενότανε καλύτερη η διαδρομή. Και μόλις έφθασα στην Παλαιά Γιανιτσού πιο κάτω, συναντώ τον Ευθ. Κοτρονιά. Και μου λέγει:
-Για σου και σε συλλυπούμαι για τον πατέρα σου. Πέθανε σήμερα το πρωΐ αλλά δεν πιστεύω να προλάβης την κηδεία.
Τρέχω λοιπόν και μόλις έφτασα στον Άγιο Ιωάννη, που είναι απέναντι με το Νεκροταφείο, είδα πως τελειώσανε και φεύγανε για το σπίτι. Τότε βάδισα και εγώ και τον πρόλαβα από κάτω από το σπίτι. Και ήτανε ο θείος μου Νίκος από τον Ασβέστη, αδελφός του πατέρα μου, η μάνα μου και άλλοι συγγενείς. Με πήρανε τα κλάματα και με καθησύχασε ο θείος μου. Πήγαμε στο σπίτι, καθήσαμε, κάναμε τραπέζι για την κηδεία. Συζητώντας, όλοι μας παραδεχτήκαμε το θάνατό του, εφόσον η ζωή του ήτο ανυπόφορη από τους πολλούς πόνους.

Επιστράτευση του 1915-Ερχομός του Φώτη στη Λαμία από την Κωνσταντινούπολη.
Στο 1915 που βρισκόμουν στο Λόχο Πολυβόλων, στο Δροσόπουλο, έγινε επιστράτευση ενόψει του Ευρωπαϊκού Πολέμου, που είχε κηρυχθή το 1914. Ήλθανε τότε πολλοί έφεδροι καθώς και ο αδελφός μου Βασίλης. Και συχνάζαμε όλοι οι συμπατριώτες στου Μπαρμπαγιάννη το καφενείο, που ήτανε στο απάνω μέρος της Σιταγοράς, σημερινού Πάρκου (Εικ.5). Ήτανε ωραίο καφενείο με μεγάλη αίθουσα. Συχνάζαμε όλα τα βράδυα και πέζαμε χαρτιά, Κολτσίνα. Στον πάγκο του ταμείου καθόταν η κόρη του Μπαρμπαγιάννη, που την κορτάριζε ο Επιλοχίας Στρωματιάς. Στεκότανε μπροστά στον πάγκο τακτικά, ώσπου την κατάφερε και την στεφανώθηκε. Έγινε και αξιωματικός. Έφτασε μέχρι Ταγματάρχης και αποστρατεύθηκε. Ήτανε της κλάσεως ’13. Τον θυμόμουνα που ήτανε ζωηρός, πηγαίναμε μαζί στο σχολείο.
Τότε που βρισκόμασταν στη Λαμία, ήλθε και ο αδελφός μου Φώτης από την Πόλη. Βλέποντας τότε, που με την επιστράτευση είχε γεμίσει η Λαμία στρατό, την πολλή δουλειά στα καφενεία και εστιατόρια και γνωρίζοντας από τέτοια επαγγέλματα, μας ήλθε η σκέψη να ανοίξουμε ένα εστιατόριο τύπου ταβέρνα. Όλα σχεδόν αυτού του τύπου ήτανε.
Αγοράζομε λοιπόν ένα τέτοιο στα στενά που ήτανε πολλές ταβέρνες, με τα λεπτά που είχα από την Πόλη καθώς και λίγα από την προίκα του Βασίλη. Ήτανε σε καλή θέση. Ο προκάτοχός που το είχε, ήτανε καλός επαγγελματίας και είχε πελατεία. Του αγοράσαμε τα έπιπλα και τα μαγειρικά σκεύη και βάλαμε τον Φώτη μαζί με ένα ηλικιωμένο φίλο μας από την Πόλη, Σερετάκη. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά. Και ελπίζαμε, όταν απολυθούμε από το στρατό, να μείνουμε εκεί.
Δυστυχώς όμως, όταν αργότερα έληξε η επιστράτευση, έπεσαν απότομα οι δουλειές. Σταμάτησαν τα πάντα καθώς και η δουλειά στο μαγαζί μας. Έφυγε και ο Σωτήρης και έμεινε μόνος του ο Φώτης. Δεν μπορούσε να το εργασθή μόνος του. Αναγκασθήκαμε και το κλείσαμε πωλώντας κακήν κακώς τα έπιπλα καθώς και τις κατσαρόλες. Από αυτές κρατήσαμε 2-3 και τις έχομε ακόμα για ενθύμιο, επειδή είναι χαλκοματένιες.
Αργότερα απολύεται και ο Βασίλης. Πήγε στο χωριό με τον Φώτη. Εγώ έμεινα ακόμα στη Λαμία.

Στην Αθήνα και στον Άνω Ωρωπό.
Έκαμε το Σύνταγμά μας μία μετάθεση στην Αθήνα. Είχαμε κατασκινώσει μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων. Ήτανε ακάλυπτο όλο το μέρος, δεν υπήρχαν τότε, το 1915, καθόλου κτήματα. Όταν κατασκηνώσαμε, με στέλνει ο Λοχαγός μου Δροσόπουλος να πάω στην Ομόνοια στο ζαχαροπλαστείο «Τα βουστάσια», το μόνο στην Αθήνα Πολυτελείας, εκεί εργαζότανε ο αδελφός του Τάκης.
Πήγα λοιπόν τον βρήκα. Με κάθισε σε ένα τραπέζι και με σερβίρισε πάστα. Τα μάτια όμως των θαμώνων με κοίταζαν. Με θαύμαζαν για τα ρούχα των ευζώνων που φορούσα, όλα μεταποιημένα στο σώμα μου. Τσαρούχια ωραία τυρναβήτικα! Προσεφέροντο πολλοί να με κεράσουν. Κάθισα λίγο. Μετά μου έδωσε το σχετικό δεματάκι με διάφορα γλυκά ο αδελφός του και πήγα του Λοχαγού μου.
Από εκεί μας πήγανε στον Άνω Ωρωπό να φυλάμε τον δρόμο που ερχότανε από τη Σκάλα, μήπως κάνουνε απόβαση οι Εγγλέζοι και μας απαγάγουν τον Βασιλέα Κωνσταντίνο. Διότι τότε είχανε διαφωνήσει με τον Βενιζέλο που ήτανε με την Ανταν και ο Κωνσταντίνος με τη Γερμανία διότι είχε αδελφή του Κάϊζερ και ως εκ τούτου δηλώσανε ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος κατόπιν πήγε στη Θεσσαλονίκη και ίδρυσε Νέα Κυβέρνηση 1916-1917, την Εθνική Άμυνα. Κατόπιν κατέλησε το καθιστώς των Αθηνών. Άρχισαν Εγγλέζοι και Γάλλοι να μεταφέρνουν στρατό και υλικό μέσω Ιτέας έως το Μπράλο. Από εκεί στο τραίνο και στη Θεσσαλονίκη, όπου κοντά ήτανε οι Γερμανοβούλγαροι, στον Στρυμόνα. Αργότερα πήγαμε και εμείς.

Απόλυση
Εν τω μεταξύ απολύομαι και εγώ, καθότι δεν υπήρχε πόλεμος και πήραν άλλη ηλικία, όπως τον Φώτη. Πήγα στο χωριό και εργαζόμουνα μαζί με τον Βασίλη τα ολίγα κτήματα. Μέναμε λοιπόν και οι δύο στο χωριό ενώ ο Φώτης στρατιώτης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΕΙΚΟΝΕΣ




Εικ.1. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Λαμίας το 1906 αμέσως μετά την αποπεράτωσή του.



 Εικ.2. Αμπλιανίτισσες με κάτασπρα τσεμπέρια, μαλλίνες, σιγκούνια και κάλτσες χιονάτες πλεγμένες με τις 4 καλτσοβελόνες. Πηγαίνουν για ρείκια και πουρνάρια. Πεζές ή καβάλα δεν σταματούσαν το τραγούδι, το πλέξιμο και το γνέσιμο. Η φωτογραφία είναι του 1930.



 Εικ.3. Η συνοικία του Αγίου Νικολάου το 1930 (Φωτογραφία Γιώργου Παπακώστα). Διακρίνεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου με το καμπαναριό της. Υπήρξε μητρόπολη της Λαμίας από το 1834 έως και το 1923. Εκεί εκκλησιαζόταν το 1914 Λόχος του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.



 Εικ.4. Τα Πηγαδούλια σε παλιά φωτογραφία.



 Εικ.5. Πλατεία Σιταγοράς (σήμερα πλατεία Πάρκου) το 1910: παζάρι του  Σαββάτου.


ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


Εικ.4. Από: ΔΕΥΑ Λαμίας.



ΠΗΓΗ


Οικογενειακό αρχείο Αναστασίου Παπανικολάου.
(Ευχαριστούμε τον κ.Τάσο Παπανικολάου για την άδεια δημοσίευσης των Απομνημονευμάτων).