ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ανεβαίνοντας στο Τσερνοβίτι
Το Τσερνοβίτι βρίσκεται σε υψόμετρο 920 μέτρων σκαρφαλωμένο στον ορεινό όγκο της Όθρυος. Η διαδρομή από το σημερινό χωριό Παλαιοκερασιά μέχρι το παλιό χωριό Τσερνοβίτι απαιτεί 1.30 έως 2.00 ώρες βάδισμα. Μέχρι τον ποταμό Βελλά (Εικ.1) στη θέση Λιναριά ο δρόμος είναι κατηφορικός. Κατόπιν αρχίζει η ανάβαση.
Η ονομασία του ποταμού εκ πρώτης όψεως παραπέμπει σε σλαβωνύμιο, προερχόμενο από τη σλαβική ρίζα Bel(Μπέλ) ή Bjal(Μπγιάλ) (Бел, Бял). Ελληνικά μεταφράζεται λευκός [ευχαριστώ τη δρ.Alexandra Trifonova για τη βοήθειά της στην προσπάθεια ετυμολογίας του ονόματος]. Προσεκτικότερη όμως αναζήτηση παραπέμπει στο βελάζω [βελάζω=βγάζω φωνή (για πρόβατα και κατσίκες)<μεσαιωνικά βελάζω<αρχαία ελληνικά και ελληνιστικά βελώ. Στην ελληνική διάλεκτο της Κάτω Ιταλίας βελώ. Βληχή=το βέλασμα των προβάτων στα αρχαία ελληνικά][1]. Ο Βελλάς το χειμώνα και την άνοιξη δέχεται άφθονα ύδατα από το λιώσιμο των χιονιών της Όθρυος, από διάφορα χαντάκια που κατεβαίνουν από τους γύρω λόφους και κυρίως από την πηγή του Κεφαλόβρυσου. Κατεβαίνοντας προς το Μαλιακό κόλπο μεταβάλλεται σε ορμητικό χείμαρρο, του οποίου η βοή ακούγεται σε μεγάλη απόσταση, μερικές φορές ακόμη και μέχρι τη σημερινή Παλαιοκερασιά. Έχουμε τη γνώμη ότι το όνομά του προέρχεται ακριβώς από αυτή τη βοή, η οποία ακούγεται παντού απ’ όπου διέρχεται. Ακούγεται όπως το βέλασμα ενός μεγάλου κοπαδιού, δηλαδή το ποτάμι μεταφορικά «βελάζει».
Σε ιστοσελίδα για την Πελασγία ο Βελλάς συνδέεται με την επανάσταση του 1821 ως εξής:
«Η Σφαγή στο Βελά Ποταμό
Είχε αναγγελθεί οτι οι τούρκοι κατεβαίνουν από τη Θεσσαλία. Όλοι οι Πελασγιώτες, γέροι, γυναίκες, παιδιά κατέβηκαν στην παραλία για να περάσουν αντίκρυ στην Εύβοια, μα μη βρίσκοντας πλοία τράπηκαν προς Λαμία. Φτάνοντας στο ποτάμι του Αχινού αντιλήφθηκαν ότι ήταν αδύνατο να το περάσουν γιατί είχε πολύ νερό από τη δυνατή βροχή. Οι τούρκοι όμως τους πρόλαβαν. Μεγάλη βοή ακούστηκε από τα παιδιά και τις γυναίκες που έκλαιγαν μη μπορώντας να φύγουν για να σωθούν. Πολλοί έπεσαν στο ποτάμι για να γλιτώσουν την ατίμωση. Από τους υπόλοιπους άλλους του έσφαξαν και άλλους τους οδήγησαν στη Λαμία για να τους πουλήσουν.
Ο χείμαρος ονομάστηκε ΒΕΛΑΣ απ' τη βοή, το θρήνο των γυναικοπαίδων που έμοιαζε με βελάσματα προβάτων». (βλέπε: http://gov.exnet.gr/el/nomo-fthiotida/dimo-pelasgia/472-istoria-politismo.html).
Η πληροφορία είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα. Δεν αναφέρεται όμως η πηγή προέλευσης για να ταυτιστεί το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτή με επιφύλαξη.
Το τοπωνύμιο Λιναριά υποδηλώνει ότι παλιά καλλιεργούσαν εκεί λινάρι, από το οποίο έπαιρναν τις κλωστικές ίνες του για να κατασκευάζουν λινά νήματα και υφάσματα. Ο οδοιπόρος για να διαβεί τον ποταμό Βελλά διέρχεται από ένα σύγχρονο γεφύρι, κατασκευασμένο τη δεκαετία του 1970. Ακριβώς δίπλα του διατηρείται το παλιό μονότοξο γεφύρι κτισμένο με πελεκητή πέτρα (Εικ.2). Η χρονολόγησή του ανάγεται στον 19ο αιώνα, ίσως και παλαιότερα. Παρόμοια πέτρινα γεφύρια υπάρχουν και σε άλλα ορεινά χωριά της Όθρυος (Νεράϊδα, Λογγίτσι, Ανάβρα, Βρύναινα κ.α.).
Στο βάθος αριστερά του γεφυριού, ανάμεσα στα πλατάνια διακρίνεται ένα παλιό κτίσμα. Εκεί υπήρχε βιοτεχνικό συγκρότημα αποτελούμενο από νερόμυλο, λανάρι[2], μαντάνι και νεροτριβή (ντριστέλλα), ιδιοκτησίας Ζήση (Εικ.3). Ανεβαίνοντας ψηλότερα στον ανηφορικό δρόμο διακρίνεται απέναντι, παράλληλα στην όχθη του Βελλά, το κτιστό αυλάκι, από το οποίο διοχετευόταν το νερό στο βιοτεχνικό συγκρότημα. Προερχόταν από πηγή που βρίσκεται στα σπλάχνα του λόφου Κεφαλόβρυσο. Το βιοτεχνικό συγκρότημα βρισκόταν σε λειτουργία μέχρι περίπου το 1970.
Συνεχίζοντας την ανάβαση αριστερά δεσπόζει ο λόφος Πυργάκι (Εικ.4). Ονομάσθηκε έτσι από το πυργοειδές σχήμα των βράχων. Το τοπωνύμιο αυτό απαντάται σε αρκετά μέρη της Φθιώτιδας. Μετά από μία στροφή στη θέση «Τχαλορέματα» (Διχαλορέματα) προβάλλει ένα παλιό σπίτι, ιδιοκτησίας Καράμπα (Εικ.5). Ψηλά στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού σε εντοιχισμένη λίθινη πλάκα, εκατέρωθεν σταυρού με πεπλατυσμένα άκρα, αναγράφεται: 1934 ΔΕΚΕ{ΜΒΡΙΟΥ} 29 (Εικ.6). Η ομοιότητά του με τον σταυρό επίστεψης του τέμπλου των εκκλησιών, στις απολήξεις των άκρων του οποίου απεικονίζονται οι τέσσερις ευαγγελιστές, είναι εμφανής. Ο συγκεκριμένος του σπιτιού όμως είναι απλούστερος.
Ακολουθεί το Καλαμάκι. Εδώ, υπήρχε παλιά κτιστή βρύση για να ξεδιψούν τα ζώα και οι διαβάτες. Ο δρόμος τότε ήταν μονοπάτι και διέρχονταν από τη βρύση, χαμηλότερα από το σημερινό. Τοπωνύμιο Καλαμάκι υπάρχει και στο παλιό μονοπάτι, που οδηγούσε στη χαράδρα της Κανάλας, κοντά στην τοποθεσία Σταυρός Ανύδρου (πρώην Νίκοβα). Και στο Καλαμάκι του Σταυρού υπήρχε κτιστή βρύση.
Μετά το Καλαμάκι ακολουθούν τα Παλιοκάλυβα. Το τοπωνύμιο υποδηλώνει την ύπαρξη παλιά κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.
Από ένα σημείο και μετά ο δρόμος περνάει μέσα από το ρέμα της Πλατάνας. Εντύπωση προκαλούν τα μεγάλα πλατάνια, άλλωστε σ’ αυτά οφείλεται και το τοπωνύμιο. Ένα από αυτά ονομάζεται ο πλάτανος του Μπουρέκα (Εικ.7)[3]. Στην έξοδο της Πλατάνας υπάρχει πέτρινη βρύση με έξι τσιμεντένιες ποτίστρες, για το πότισμα των κοπαδιών των κτηνοτρόφων. Κατασκευάσθηκε το 1966 από τη Δασική Υπηρεσία, όπως αναγράφεται στην εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα (Εικ.8).
Συνεχίζοντας, ο ανηφορικός δρόμος αριστερά οδηγεί στο Τσερνοβίτι. Λίγο ψηλότερα από το σημερινό δρόμο υπάρχει ακόμη το παλιό μονοπάτι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει τμήμα του μονοπατιού, όπου σώζονται σε σχετικά καλή κατάσταση, τμήματα του καλντεριμιού (τα «γκαλντρίμια» στην καθομιλουμένη της περιοχής) (Εικ.9-11). Να σημειωθεί ότι τμήματα καλντεριμιού υπήρχαν και λίγο πριν την είσοδο στην Πλατάνα Τα καλντερίμια[4] κατασκευάσθηκαν το 19ο αιώνα με σκοπό τη διευκόλυνση διέλευσης ανθρώπων και ζώων, καθώς και τη διατήρηση της σταθερότητας του εδάφους. Αποτελούνται από ημικατεργασμένους λίθους τοποθετημένους και ενωμένους προσεκτικά μεταξύ τους χωρίς κενά. Σε μερικά σημεία, όπου η διάβαση γινόταν δυσκολότερη, ανά 0,60-0,70μ. μία σειρά λεπτών λίθων προεξέχουν κάθετα του καλντεριμιού. Σκοπός αυτής της κατασκευής ήταν να βοηθά στη σταθερότητα του βαδίσματος των ανθρώπων και των ζώων. Τέλος έχοντας αριστερά το λόφο Καστράκι και δεξιά την Αϋφαντόραχη (Εικ.12), από μακριά φαίνεται η θέση του χωριού.
Το Τσερνοβίτι είναι μπροστά μας με τα λίγα σωζόμενα όρθια σπίτια του, το μισογκρεμισμένο σχολείο, την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου και αρκετούς λιθοσωρούς, που υποδηλώνουν θέσεις σπιτιών. Στο βάθος πίσω μας απλώνεται διάπλατα ο Μαλιακός κόλπος (Εικ.13).


ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] Η ετυμολογία από: Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 268.
[2] Το λανάρι κατεργαζόταν το μαλλί, έτσι ώστε να είναι έτοιμο για γνέσιμο. Είχα την τύχη σε μικρή ηλικία να επισκεφτώ το βιοτεχνικό συγκρότημα και να παρατηρήσω τη λειτουργία του. Θυμάμαι τις αυστηρές συστάσεις της μητέρας μου και του μυλωνά να μην πλησιάζω τους ιμάντες που δούλευαν. Παλιότερα είχε συμβεί ατύχημα με αποτέλεσμα κάποια γυναίκα να χάσει το χέρι της.
Η διαδικασία κατασκευής των ρούχων ήταν η εξής: το Μάϊο γινόταν η κουρά των προβάτων. Τα μαλλιά κατόπιν ζεματιζόταν μέσα στο καζάνι με βραστό νερό. Πρώτα τα άπλωναν για να στεγνώσουν στο ήλιο και κατόπιν γινόταν το «ξάσιμο», δηλαδή η απομάκρυνση αγκαθιών, και άλλων πρόσθετων που υπήρχαν. Στη συνέχεια, αφού έμπαιναν σε τσουβάλια, μεταφερόταν στο λανάρι. Εκεί γινόταν η επεξεργασία (λαναριζόταν) και το μαλλί έβγαινε σε «τουλούπες». Στη συνέχεια η τουλούπα τοποθετούνταν στη ρόκα και οι γυναίκες της οικογένειας το έγνεθαν μετατρέποντάς το σε κλωστή. Κατόπιν το αφαιρούσαν από το αδράχτι μαζεύοντάς το σε κουβάρια. Τέλος με την κλωστή των κουβαριών έπλεκαν φανέλλες, κάλτσες, κ.ά.. Έτσι κατασκευαζόταν τα ρούχα της οικογένειας. Βλέπε και http://gardikiomilaion.wordpress.com/2010/04/23/λαϊκοί-επαγγελματίες-που-έχουν-εκλεί/.

[3] Ο Μπουρέκας ήταν ληστής και τον καταδίωκαν αποσπάσματα, πιθανώς της οροφυλακής (έτσι λεγόταν τότε η χωροφυλακή), για να τον συλλάβουν. Αυτός για να γλυτώσει κρύφθηκε μέσα στην κουφάλα του αιωνόβιου πλατάνου. Οι διώκτες  πέρασαν δίπλα του χωρίς να τον αντιληφθούν. Το περιστατικό πρέπει να τοποθετηθεί κατά την άνθισης του φαινομένου της ληστείας (1830-αρχές 20ου αιώνα). Για το φαινόμενο της ληστείας αναφερόμαστε στο κεφάλαιο: ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ (8). Η πληροφορία για το Μπουρέκα προέρχεται από τη Δέσποινα , σύζυγο Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου. Παρόμοιο περιστατικό συνέβη κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Κάποιος αντάρτης, ονόματι Μπαλατσός, καταδιωκόμενος ανέβηκε πάνω στο μεγάλο κυπαρίσσι του Αγίου Βλασίου Στυλίδας και γλύτωσε τη σύλληψη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται!

[4] Η λέξη καλντερίμι είναι αντιδάνειο της νέας ελληνικής. Προέρχεται από την τουρκική λέξη kaldirim (καλντιρίμ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την αρχαία ελληνική καλός δρόμος. Σημαίνει τον λιθόκτιστο δρόμο, ο οποίος είναι κατασκευασμένος με επιμέλεια από ημικατεργασμένους ή ακατέργαστους συνήθως λίθους (η ετυμολογία από: Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 645).



 

ΕΙΚΟΝΕΣ

    

Εικ.1 Ο ποταμός Βελλάς. Η φωτογραφία ελήφθη καλοκαίρι. Το χειμώνα το νερό ανεβαίνει ψηλά καλύπτοντας τους βράχους.







Εικ.2 Το παλιό μονότοξο γεφύρι, που ενώνει τις δύο όχθες του Βελλά. Δεξιά διακρίνεται το σύγχρονο γεφύρι.







 Εικ.3 Ότι απέμεινε από το βιοτεχνικό συγκρότημα ιδιοκτησίας Ζήση. Δεξιά διέρχεται ο ποταμός Βελλάς.







 Εικ.4 Το Πυργάκι.







 Εικ.5 Παλιό σπίτι ιδιοκτησίας Καράμπα.







 Εικ.6 Η λίθινη πλάκα με τη χρονολόγηση του σπιτιού.







 Εικ.7 Μερική άποψη της Πλατάνας. Στην κουφάλα ενός τέτοιου πλάτανου κρύφτηκε ο Μπουρέκας.







 Εικ.8 Η βρύση της Πλατάνας.







 Εικ.9 Τμήμα καλντεριμιού. Διακρίνονται οι σειρές των προεξεχόντων λίθων.







 Εικ.10 Τμήμα καλντεριμιού.







 Εικ.11 Τμήμα καλντεριμιού απλούστερης κατασκευής.







 Εικ.12 Καστράκι, Αϋφαντόραχη και άλλα τοπωνύμια.







 Εικ.13 Ο Μαλιακός κόλπος, όπως φαίνεται από τη νότια είσοδο του χωριού. Δεξιά στο βάθος διακρίνεται αχνά ο όγκος του Παρνασσού.






ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


 Οι εικόνες προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο του Σωτήρη Γ. Αλεξόπουλου.











Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ


Σωτήριος Γ. Αλεξόπουλος

ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ
Ιστορική-τοπογραφική προσέγγιση



                                                                               Στη μνήμη του πατέρα μου
                                                                        Γεωργίου Ευαγγέλου Αλεξόπουλου
 





ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Ανεβαίνοντας στο Τσερνοβίτι

Α. ΙΣΤΟΡΙΑ

. Ίδρυση-προεπαναστατικοί χρόνοι.
            Το Παλιχώρι.
            Ίδρυση Τσερνοβιτίου-Πληθυσμιακή Εξέλιξη.
. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του1821.
. Μετεπανασταστικοί χρόνοι.
. Πληθυσμιακή έξέλιξη.
. Οι άδειες γάμου.
Η εποχή της ληστοκρατίας.
Ο εκλογικός κατάλογος του 1856.
Ο εκλογικός κατάλογος του 1865.
. Ο εκλογικός κατάλογος του 1879.
10α. Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897.
11α. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εκστρατεία στην Ουκρανία  και η Μικρασιατική Εκστρατεία.
12α. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940.


Β. ΤΑ ΣΩΖΟΜΕΝΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ

. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου.
. Το παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους.
. Τα σπίτια.
. Τα πέτρινα αλώνια.
. Τα πηγάδια.
. Η δεξαμενή.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ


ΑΔ              Αρχαιολογικόν Δελτίον
ΓΑΚ           Γενικά Αρχεία του Κράτους
ΓΕΣ            Γενικό Επιτελείο Στρατού
ΔΙΕΕ          Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος

ΘΧ              Θεσσαλικά Χρονικά
ΜΕΕ          Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια
ΦΕΚ           Φύλλον Εφημερίδος Κυβερνήσεως
ΦΧ              Φθιωτικά Χρονικά


ΕΛΛΗΝΙΚΗ BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αντωνιάδη-Μπιμπίκου Ε., Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα· ένας προσωρινός απολογισμός. Συλλογικός Τόμος: Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ιε΄-ιθ΄αι., Αθήνα 1979.
Αντωνίου Κ., Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής (1833-1964), τόμοι Α΄- Β΄, Αθήναι 1964.
Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Β1, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, Θεσσαλονίκη 1964.
Βακαλόπουλος A., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Γ΄, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι αγώνες για την πίστη και την ελευθερία, Θεσσαλονίκη 1968.
Βορτσέλας Ι., Φθιώτις η προς Νότον της Όθρυος ήτοι Απάνθισμα Ιστορικών και Γεωγραφικών Ειδήσεων από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των Καθ΄ημάς, Εν Αθήναις 1907.
Βουρνάς Τ., Το ελληνικό 1848, Αθήνα 1953.
Γιαννόπουλος Ν.,Η Ιερά Μονή Ξενιάς εν Θεσσαλία, ΘΧ 4 (1933), σ.64-84.
Γιαννόπουλος Ν., Ιστορία και έγγραφα της Μονής Ξενιάς, ΔΙΕΕ 4 (1892-1895), σ.653-692.
Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 2001.
Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 2000.
Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971.
Κατάλογος Έκθεσης «Χαρτογραφώντας τη Μακεδονία (1870-1930)», ΛΘ΄ ΔΗΜΗΤΡΙΑ, Θεσσαλονίκη 12 Νοεμβρίου-3 Δεκεμβρίου 2004. (Στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από το θάνατο του Παύλου Μελά).
Κολιόπουλος Ι., Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.). Θεσσαλονίκη 1994.
Κωνστάντιος Δ., Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Καπέσοβο της Ηπείρου. Συμβολή στη μελέτη της θρησκευτικής ζωγραφικής στην Ήπειρο το 18ο και το α΄ μισό του 19ου αιώνα, Αθήνα 2001. 
Λιβιεράτος Ε., Χαρτογραφικές Περιπέτειες της Ελλάδας 1821-1919, Με αφορμή ένα χειρόγραφο του Κωνσταντίνου Νίδερ (1898), Αθήνα 2009.
Μακρής Ι., Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου, ΦΧ 19 (1998), σελίδες 27-35
Μακρής Ι., Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια (1833-1840 μ.Χ. περίπου), σύμφωνα με τα πρακτικά της Μικτής Ελληνοτουρκικής Δικαστικής Επιτροπής, Πρακτικά 1ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας, 3-4 Νοεμβρίου 2001, Λαμία 2002, σελίδες 141-153.
Μακρής Ι., Σταυρός (Μπεκή)-Φθιώτιδας, Η Ιστορία του, Λαμία 1998.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Ζητουνίου (Λαμίας) του 1835 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων), ΦΧ 17 (1996), σ. 60-106.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Ζητουνίου (Λαμίας) του 1836 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων) , ΦΧ 19 (1998), σ. 39-61.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Φθιώτιδος (πρώην Ζητουνίου Λαμίας) και Πατρατζικίου (Υπάτης) του 1838 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων) , ΦΧ 27 (2006), σ. 67-100.
Νικολάου Γ., Ανέκδοτος «Πίναξ των εν αιχμαλωσία στεναζόντων ελλήνων των επαρχιών Φθιώτιδος και Λοκρίδος» του 1837, ΦΧ 15 (1994), σ. 5-24.
Ορλάνδος Α., Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Αθήναι 1958[2](Ανατύπωση 1999). Πετρονώτης Αργ., Τζουμερκιώτικα κωδωνοστάσια, ένα δυτικότροπο είδος καμπαναριών του 19ου-20ου αιώνα. Πρόγραμμα και περιλήψεις εισηγήσεων και ανακοινώσεων 27ου Συμποσίου Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας καί Τέχνης (Βυζαντινό και Χριστιανικο Μουσείο Αθήνα 11, 12 και 13 Μαΐου 2007), σελίδες : 95-96.
Πουκεβίλ Κ., Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Αττική-Κόρινθος, Μετάφραση Μίρκα Σκάρα, Αθήνα 1995. 
Πρακτικά 2ου Σεμιναρίου: Προσκτίσματα των παλαιοχριστιανικών, βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. 16 Ιουνίου 2006. Διοργάνωση: Ε.Χατζητρύφωνος, Φ.Καραγιάννη, Θεσσαλονίκη 2008.
Ραγκαβής Ι., Τα Ελληνικά, ήτοι Περιγραφή Γεωγραφική, Ιστορική, Αρχαιολογική και Στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος, Τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις 1853.
Σκούρας Γ., Η νίλα του Δράμαλη άρχισε από τη Φθιώτιδα. Ο Δράμαλης δεν πέρασε «αντουφέκηγος». Α΄ Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών. Γλώσσα-Ιστορία-Λαογραφία. Λουτρά Υπάτης 27-29 Απριλίου 1990. Πρακτικά, Λαμία 1993, σελίδες 213-220.
Χούλια Σ., Μεταβυζαντινά κωδωνοστάσια της Θεσσαλίας. Ανάτυπο από: ΑΔ 42(1987) Μέρος Α΄-Μελέτες, Αθήνα 1994,σελίδες 231-249, Πίνακες 79-90.
 
ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941.




Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Φθιώτες μετανάστες στη Μικρά Ασία (18ος αι.-1922)


Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας πολλοί κάτοικοι διαφόρων περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας μετανάστευαν στη Μικρά Ασία, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Εκεί απασχολήθηκαν σε διάφορες εργασίες.
Έτσι στην περιοχή του Ελλησπόντου έχουμε τα λεγόμενα «πιστικοχώρια». Εκεί εγκαταστάθηκαν Μανιάτες, οι οποίοι ήταν βοσκοί (πιστικοί) κοπαδιών μπέηδων και σιγά-σιγά σχημάτισαν ολόκληρα χωριά.
Στην περιοχή της Μαγνησίας (τουρκ. Manisa) εγκαταστάθηκαν Έλληνες από διάφορα μέρη (Ήπειρο, Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, νησιά του Αιγαίου, Μακεδονία, Θράκη). Εργαζόταν στο τσιφλίκι της οικογένειας Καραοσμάνογλου (τουρκ. Kara Osman Oglou), η οποία είχε πολύ καλές σχέσεις και προστάτευε τον χριστιανικό πληθυσμό.
Το ίδιο συνέβη και σε άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας. Η εγκατάστασή τους πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά τον 18ο-19ο αιώνα. Οι απόγονοί τους ξεριζώθηκαν το 1922 μαζί με τους άλλους αυτόχθονες μικρασιάτες Έλληνες και εγκαταστάθηκαν στη μητροπολιτική Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας για την ταύτιση τοπωνυμίων του Ημερολογίου του Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου, μας αποκαλύφθηκε και μία άγνωστη πτυχή της φθιωτικής ιστορίας: Φθιώτες εγκατεστημένοι στα μικρασιατικά παράλια και ειδικότερα στην περιοχή Σμύρνης-Μαγνησίας (Κασαμπάς, Αχμετλή, Οργανλή). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στην περιοχή αυτή το 1919-1920 είχε εγκατασταθεί προσωρινά το 2ο Σύνταγμα Πεζικού της ΧΙΙΙης Μεραρχίας Στερεάς Ελλάδας [βλέπε: 1)Η συμμετοχή των κατοίκων του Τσερνοβιτίου (σήμερα Παλαιοκερασιά) στις Εκστρατείες Ουκρανίας και Μικράς Ασίας (1919-1922) και 2)Πολεμικό Ημερολόγιο του εφέδρου λοχία Βασιλείου Δημ. Σούλιου].
Υλικό αντλήθηκε από το βιβλίο «Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Ζαχοπούλου, Ιστορικαί σελίδες περί της εν Κασαμπά ορθοδόξου ελληνικής κοινότητος (1625-1922) και σημειώσεις τινές ιστορικαί περί των εν Αχμετλή και Οργανλή ομογενών κοινοτήτων, Εν Αθήναις Νέα Σμύρνη 1934». Το βιβλίο υπάρχει στην ψηφιακή βιβλιοθήκη ΑΝΕΜΗ του Πανεπιστημίου Κρήτης (βλέπε: http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/b/1/a/metadata-416-0000003.tkl).


Κασαμπάς (τουρκ. Turgutlu, χάρτης 1 και http://en.wikipedia.org/wiki/Turgutlu).

Στον Κασαμπά οι Έλληνες είχαν τη δική τους εκκλησία, το ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος οικοδομήθηκε το 1772. Στον ευρύτερο αυλόγυρο της εκκλησίας είχαν μεταφερθεί επιτύμβιες στήλες από το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής για να μην κλαπούν από τους τυμβωρύχους. Σε μία από αυτές αναγραφόταν σε ποιητικό ρυθμό:
Ο Γεώργιος Γαλής εν Ελλάδι γεννηθείς
εκ μικράς του ηλικίας εκ Λαμίας αποικίσας
και ζητών την ευπορίαν και ενταύθα κατοικίσας
το επάγγελμα ποιμένος μετελθών πολλά τα έτη
και τ’ εμπόρου δε προσέτι
πλούτον δ’ αρκετόν κερδίσας
και αυτόν στους συγγενείς του
άπαντα κληροδοτήσας
απεβίωσεν ενταύθα
μνήμην αγαθήν αφήσας.
Πληροφορούμαστε δηλαδή ότι ο Γεώργιος Γαλής που γεννήθηκε στην Ελλάδα, έφυγε από τη Λαμία σε μικρή ηλικία αναζητώντας καλύτερη τύχη και κατοίκησε στον Κασαμπά. Άσκησε για πολλά χρόνια το επάγγελμα του βοσκού και κατόπιν του εμπόρου. Αφού κέρδισε αρκετό πλούτο, τον κληροδότησε όλον στους συγγενείς του. Απεβίωσε στον Κασαμπά αφήνοντας πίσω του πολύ καλό όνομα.
Το 1922 κατά τη μικρασιατική καταστροφή κρεμάστηκε στον Κασαμπά από τους Τούρκους κάποιος Γεώργιος Γαλής (εικ.1), προφανώς απόγονός του, ίσως και εγγονός.
Ο πατέρας του Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Ζαχόπουλου, όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του, καταγόταν από τη Γιαννιτσού Φθιώτιδας και ονομαζόταν Αθανάσιος Ζαχάκης. Το επώνυμο Ζαχόπουλος το επέβαλλε το 1886 ο δημοδιδάσκαλος Μωραΐτης, γιατί με αυτό το όνομα τον έγραψε στο μαθητολόγιο. Την εποχή εκείνη υπήρχε η τάση στους συμβολαιογράφους, δημοδιδασκάλους, κ.ά. να προσθέτουν στα επώνυμα την κατάληξη –όπουλος. Έτσι εξηγείται και η ύπαρξη συνδρομητών από τη Γιαννιτσού το 1934 για την έκδοση του βιβλίου. Είναι οι εξής:
Ιωάννης Κρανιώτης, ιατρός.
Δημήτριος Στ. Ζαχάκης, καθηγητής.
Π.Γιωτόπουλος, δημοδιδάσκαλος.
Ιωάννης Καρκάνης.
Γεώργιος Σεραφ. Μαργαρίτης.
Αιδ. Ιωάννης, εφημέριος Παλαιάς Γιαννιτσούς.
Σταύρος Π. Μπαράκης (Μακρακώμη).


Αχμετλή (τουρκ. Ahmetli, χάρτης 1 και http://en.wikipedia.org/wiki/Ahmetli)

Σε κατάλογο Ελλήνων κατοίκων του Αχμετλή, που κρέμασαν ή σκότωσαν οι Τούρκοι το 1922, υπάρχουν πολλά επώνυμα, που απαντώνται στη Φθιώτιδα (Δημήτριος Καραγκούνης, Γεώργιος Καρμίρης, Βασίλειος Σταμούλης, Νικόλαος Καμάρας, Ιωάννης Καμπέρης, Δημήτριος Καταρραχιάς).


Οργανλή (τουρκ. Urganli, χάρτης 1)

Στο Οργανλή το 1850 ο αριθμός των ελληνικών οικογενειών ξεπέρασε τις 30.  Για το λόγο αυτό ζήτησαν από το μητροπολίτη Εφέσου, που είχε έδρα στη Μαγνησία, την ανέγερση εκκλησίας. Οι Τούρκοι συγχωριανοί τους όμως αντέδρασαν έντονα. Η αντίδρασή τους  ξεπεράστηκε με ένα τέχνασμα:
Στον Κασαμπά κατοικούσε ο Αντωνάκης Ψύλλας, παλιός οπλαρχηγός στην ηπειρωτική Ελλάδα. Πολέμησε στην Επανάσταση του 1821 και τώρα ήταν μεγαλοκτηματίας στο Οργανλή. Στην υπηρεσία του είχε 20 άνδρες, όλους καταγομένους από τη Φθιώτιδα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πατέρας του Αρxιμανδρίτη, Αθανάσιος Ζαχάκης. Αυτούς τους εξόπλισε και μυστικά από τον Κασαμπά τους μετέφερε έξω από το Οργανλή. Οι Τούρκοι κάτοικοι του Οργανλή τρομοκρατήθηκαν από την αγριωπή εμφάνιση των φουστανελλοφόρων και ζήτησαν τη βοήθεια των Ελλήνων συγχωριανών τους. Αυτοί τους είπαν ότι οι φουστανελλοφόροι δεν είναι άνθρωποι αλλά Άγγελοι του Αλλάχ. Εμφανίσθηκαν για να πάρουν τη ζωή αυτών, που εμπόδιζαν την ανέγερση της εκκλησίας. Τότε και οι ίδιοι οι Τούρκοι του Οργανλή βοήθησαν στην ανέγερση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου.




ΕΙΚΟΝΑ-ΧΑΡΤΗΣ





 Εικ.1: Ο Γεώργιος Γαλής. Κρεμάστηκε το 1922 από τους Τούρκους στον Κασαμπά.



 Χάρτης: Σύγχρονος χάρτης της Δυτικής Τουρκίας με τις περιοχές Σμύρνης (τουρκ. Izmir) και Μαγνησίας (τουρκ. Manisa).




ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ-ΧΑΡΤΗ

Εικ.1: Από το βιβλίο: Αρχιμανδρίτου Κύριλλου Ζαχόπουλου, Ιστορικαί σελίδες περί της εν Κασαμπά ορθοδόξου ελληνικής κοινότητος (1625-1922) και σημειώσεις τινές ιστορικαί περί των εν Αχμετλή και Οργανλή ομογενών κοινοτήτων, Εν Αθήναις Νέα Σμύρνη 1934.

Χάρτης 1: Χάρτης Τουρκίας (2005), Εκδόσεις Road.